ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΜΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ.

Το καλοκαίρι, ανάμεσα στις σκέψεις μου για το μέλλον μας, μου ήρθε η ιδέα να ανοίξω μια δική μου επιχείρηση.

Ξέρεις, μετά από χρόνια μαλακιών που ανέχεσαι στον εργασιακό χώρο, φτάνεις σε κάποιο στάδιο που δεν ανέχεσαι και πολλά πολλά, γιατί τα νεύρα σου είναι ήδη σπασμένα από τους χίλιους δυό μαλάκες που πρέπει να συναναστρέφεσαι ανά τους καιρούς.

Η επιχείρηση που ήθελα να ξεκινήσω ήταν ένα βιβλιοπωλείο.

Πολύ ωραία ιδέα έτσι;; Να είσαι μέσα στην υπέροχη μυρωδιά των καινούριων βιβλίων, την ησυχία του αναγνωστηρίου τα όμορφα ξεσκονισμένα ράφια με τα πολύχρωμα εξώφυλλα των βιβλίων, τα μικρά δωράκια, ωραίες ιδέες για δώράκια σε μικρούς και μεγάλους κλπ κλπ.

Έκανα μια έρευνα αγοράς λοιπόν, έκανα συζήτηση με τον λογιστή για τα διαδικαστικά, έκανα και ένα πρόχειρο ισολογισμό και μια πρόχειρη οικονομική ανάλυση με βάθος 2 ετών.

Όλα καλά μέχρι εκεί.  Και αφού έκανα τα βασικά πρώτα βήματα, τον προυπολογισμό, βγήκα να ρωτήσω για τιμές σε ενοίκια…

Υπήρχαν κάποια μαγαζιά στο χωριό, ξενοίκιαστα για χρόνια, μπορεί και δεκαετία κοντά, τα οποία είναι όμορφα και αποπνέουν μια ζεστασιά, χαρακτηριστικό του χωριού των 600 κατοίκων (λέμε τώρα), οπότε και λέω, πόσα θα θέλουν πιά χωριό είναι, και αρχίζω να κάνω τηλέφωνα για να μάθω τιμές.

Και παθαίνω κοκομπλόκο…. «δεν ζητάω λιγότερα από 450 ευρώ», μου λεει η πρώτη πατσαβούρα σκατόκαριόλα κωλόγρια, που έχει το δικό της μαγαζί κλειστό και ξενοίκιαστο για 7 χρόνια, που έιναι με το ένα πόδι στον τάφο, που το παίζει και αριστοκράτισσα και πολιτισμένη γαμώ το σπίτι της.  «Είναι πολύ περισσότερα από αυτά που είχα στο μυαλό μου» της λέω, ενώ μέσα μου θέλω να την βρίσω σε γλώσσα που δεν θα μάθει ποτέ όσες ζωές και να ξαναζήσει η παλιογαλοπούλα..

Και πάω στο επόμενο μαγαζί, «Θέλω 300 ευρώ» μου λέει ενας παππούλης που πρόσφατα έβαψε το μαγαζί.

«Πόσα τετραγωνικά είναι» τον ρωτάω, «35» μου λεει.  «Δεν νομίζετε ότι είναι κομματάκι πολλά για το χωριό που βρισκόμαστε; Ξέρετε θέλω να ανοίξω ένα βιβλιοπωλείο στην περιοχή, και θα ανεβάζει και το επίπεδο του τόπου ένα τέτοιο μαγαζί».

Η απάντηση του είναι σταθερή στα 300 το μήνα.  Και ενώ ήθελα να του πώ να τα βάλει στην κωλάρα του ο ξεκωλιάρης, δίνω τόπο στην οργή και πάω και στον τρίτο.

Εκείνη ήθελε 250 το μήνα μόνο, δε λέω καλά λεφτά ήταν, αλλά το μαγαζί έξω από το χωριό, οπότε και αν ο κάθε κακομοίρης θέλει να πάρει κάτι και πρέπει να αναγκαστεί να μπεί στο αμάξι, δεν τον νοιάζει να πάει και στην διπλανή πόλη να αγοράσει.  Βλέπεις εδώ, δεν μπορούν να πάνε ούτε στην χέστρα χωρίς το μεταφορικό τους μέσο.. είναι λάρτζ οι άνθρωποι.

Και μου ήρθε στο μυαλό η παροιμία «ο πνιγμένος από τα μαλλιά πιάνεται».  Τον κόσμο δεν τον νοιάζει αν κάτι είναι για το καλό του μεσομακροπρόθεσμα, αν είναι για το γενικό καλό, αν ανοίγει το μάτι και ελευθερώνει το πνεύμα, αρκεί ό καθένας να κοιτάει την πάρτη του. Και μπορεί να έχουν τα μαγαζιά του κλειστά να τα τρώει η υγρασία και οι αράχνες, αλλά όταν έμαθαν ότι ενας μαλάκας ψάχνει για μαγαζί, είπαν να βγάλουν τα σπασμένα μονομιάς.  Λες και δεν ζούν στην σημερινή εποχή.  Αλήτες παιδί μου , μην πώ και τίποτα χειρότερο…

Βασικά κάπως έτσι είναι και η ελληνική κοινωνία και οικονομία.  Όταν κάποιος θέλει να ανοίξει επιχείρηση, η κυβέρνηση, τον βλέπει σαν τον μαλάκα που θα βγάλει το φίδι από την τρύπα, τον φορολογεί μέχρι να σκάσει και να χρωστάει για καμιά 30ετία μετά που θα κλείσει την επιχείρηση του, γιατί είναι δεδομένο ότι θα την κλείσει με τέτοια μέτρα, δίχως να δώσει μια χείρα βοηθείας σε εκείνους που τολμούν, λές και δεν ξέρει ότι μια σωστή επιχείρηση θα φέρει περισσότερα έσοδα στο κράτος.

Μια άλλη απόδειξη στο ότι αυτή η χώρα είναι καταδικασμένη να διαλυθεί, είναι το σημερινό μου άρθρο, καθώς τις κυβερνήσεις τις κάνουν άνθρωποι σαν τα πατσαβούρια που τιμολογούν τα προς ενοικίαση μαγαζιά τους σε ονειροπόλους απόλυτα ικανούς ανθρώπους.

450 και 300 να είναι οι ώρες σας , και αυτές στο κρεβάτι με σωληνάκια από τις μύτες και τους κώλους σας ρε κοθώνια, στα διάλα….

 

Advertisements

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΗ.

Μπορεί να το έχω αναφέρει και άλλη φορά, ότι τέλος της δεκαετίας του 80 οικογενειακώς πεινούσαμε στην κυριολεξία.  Τότε οι δουλειές των γονιών μου δεν πήγαιναν καθόλου, δεν υπήρχαν, και ο πατέρας με τον παππού μου γύριζαν όλη την Ελλάδα για να βρούν ένα μεροκάματο.  εκείνη την εποχή, ήταν η πιο δύσκολη για μένα, γιατί ήμουν στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού, ακριβώς στην εποχή που αρχίζουν τα παιδάκια να παρακολουθούν μόδα, να φτιάχνουν μόδα και να δημιουργούν τις πρώτες εντυπώσεις στο σύνολο των άλλων παιδιών.  Τότε λοιπόν, σταμάτησαν να είναι δεδομένα, τα ασορτί παπούτσια με το σύνολο των ρούχων, τα καινούρια παιχνίδια, τα αξεσουάρ και τα διάφορα μάστ, όπως συγκεκριμένα κοκκαλάκια για τα μαλλιά, τρέντι βραχιόλα και μάρκες στα ρούχα.  Εδώ είχε σταματήσει να το φαγητό να θεωρείται δεδομένο και είχε αναλάβει η γιαγιά μου αποκλειστικά το μαγείρεμα, καθώς είχε κάνει και στην κατοχή.  Πάντρευε τα φασόλια με το κοφτό μακαρονάκι και τις φακές με το ρύζι. Το ψωμί αν περίσσευε γινόταν φρυγανισμένο στο φούρνο, τυχόν φρούτα που θα μας έδιναν αν δεν τα τρώγαμε γίνονταν μαρμελάδα και το ψάρι σαβόρο.  Τα ρούχα έγιναν μεταχειρισμένα και το βράδυ είχαμε μονο μια λάμπα αναμμένη.

Το χειρότερό μου ήταν όταν πήγαινα στο σχολείο, καθώς αντιμετώπιζα μπούλινγκ γιατί η μαμά μου μας ετοίμαζε φρυγανιές με βούτηρο για κολατσιό και στις τυχόν εκδρομές έβαζε και σαλάμι… εκεί να δείς δούλεμα που έπεφτε. Περιττό να αναφέρω τα σχόλια για τα ρούχα και τα παπούτσια, και το αφάνα μαλλί που δεν έβαζα μαλακτικό γιατί ήταν ακριβό.  Κάναμε μπάνιο με πράσινο σαπούνι.

Το χειρότερο όλων βέβαια ήταν όταν πήγα στο γυμνάσιο, καθώς η αφραγκιά συνεχιζόταν… Δεν περιγράφω άλλο, που λέει και ένας άλλος γνωστός κύριος…

Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να μεγαλώσω για να μπορώ να αρχίσω να δουλεύω και να μην ξαναπεράσω αυτά που βίωνα.  Ηθελα να κάνω ταξίδια, να γνωρίσω τον κόσμο και να κάνω πολλούς φίλους.  Ηθελα να φύγω από την Ελλάδα και να μην ξαναπατήσω το πόδι μου.

Τότε τουλάχιστον, το να βρώ μια δουλειά ήταν ένα σχετικά σίγουρο όνειρο, και οφείλω να ομολογήσω ότι δεν κουράστηκα να βρίσκω δουλειές.

Θυμάμαι μια μέρα, καλοκαίρι ερχόταν, μόλις είχαν κλείσει τα σχολεία, τρίτη γυμνασίου είχα τελειώσει και είπα, «θα πάω με το λεωφορείο στον Πειραιά και θα βρώ δουλειά σήμερα».  Και έτσι έγινε, κατέβηκα στον σταθμό του ηλεκτρικού, απέναντι ήταν μια κρουασαντερί ζητούσε κοπέλα, πήγα συμφώνησα και την επόμενη έπιασα δουλειά..  και την δουλειά 6 το πρωί με 2 το μεσημέρι και 2 με 10 το βράδυ βάρδιες.  Και για λίγα χρήματα που συγκριτικά με το σήμερα μάλλον στα ίδια κυμαίνονται, 68000 δραχμές το μήνα χωρίς υπερωρίες και 6 μερες την εβδομάδα εργασία, αλλά τότε η τυρόπιτα είχε 50 δραχμές και 120 δραχμές….

Τα χρόνια πέρασαν, τα σκατόπαιδα έγιναν σκατοενήλικες και έμαθαν στα δικά τους σκατόπαιδα πως ο άνθρωπος μετριέται με τα λεφτά που έχει και όχι με τον χαρακτήρα του.  Ο σωστός άνθρωπος μετριέται με τον ποιόν ξέρει και όχι τι ξέρει, με το τι δουλειά κάνει και όχι ποια δουλειά ξέρει να κάνει.

Κάποια στιγμή ήρθε και ο άντρας στο προσκήνιο, από το ίδιο βιοτικό επίπεδο και αυτός από εργάτες μεροκαματιάρηδες χωρίς πολλά πολλά.  Και ενώ εγώ ονειρευόμουν να ξεφύγω από αυτή την κατάσταση, μάλλον εκείνον ονειρευόταν κάποιον να τον πάρει από το χεράκι να κάνει την υπέρβαση, χωρίς πολύ δικό του κόπο στο τέλος τέλος. Αλλά, πιστεύω ότι ακόμα και να μην βρισκόταν κάποιον δεν θα έσκαγε και πολύ.  Είχε ταυτιστεί με την μοίρα των γονιών του, τις στερήσεις και τους υποβιβασμούς.  Είχε μάθει ότι δεν πειράζει να μην κοιτάς τον ήλιο, να μην έχεις όνειρα γιατί, θέλουν κόπο να πραγματοποιηθούν.

Και ενώ τα χρόνια περνούσαν και εγώ έχτιζα όνειρα, ζωή, σχέδια, ήρθε αυτή η στιγμή στη ζωή  κοιτάς πίσω σου και βλέπεις ότι καλά τα έχτιζες αλλά μπροστά δεν φαίνεται τίποτα το στέρεο να τα κρατήσει.  Θέλεις η κατάσταση που περνάμε, θέλεις η κοινωνία που ζούμε που είναι σύσκατη, ανακαλύπτω ξαφνικά ότι, η δουλειά μου, δεν είναι δουλειά αλλά δουλεία, επειδή δεν εκτιμάται η προσφορά και η ικανότητα αλλά το πρόσωπο που γνωρίζεις και έχεις για πλάτες, το σπίτι που έχτισα δεν μου ανήκει πραγματικά αλλά κάποιοι μαλάκες ζητάνε από τον κόπο αυτό να αρπάξουν τον φόρο που τους αναλογεί, λες και δεν ξέρουμε ότι το έχουμε ήδη πληρώσει, με τα υλικά που πήραμε για να το χτίσουμε, με τις δόσεις που δίνουμε για να το ξεχρεώσουμε, το παιδί που έχω, το φλομώνουν στις μαλακίες στο σχολείο της πλάκας και το μαθαίνουν πώς να είναι ηλίθιο και χωρίς σκέψη, και ο ελεύθερος χρόνος για τα ταξίδια και χαλάρωση κάθε άλλο παρά απόλαυση φέρνει, γιατί βλέπεις και συγκρίνεις πώς ζεί μια οργανωμένη κοινωνία με υποδομές και πώς φυτοζωείς εσύ….

Και βρίσκομαι για άλλη μια φορά, στα πρόθυρα να περάσω τα ίδια που πέρασα την δεκαετία του 80.  Γιατί δεν συμμερίζεται ο άντρας τις ίδιες ανησυχίες με μένα, ότι τα πράγματα πάνε ντουγρού για το χειρότερο σενάριο, ότι σε λίγο δεν θα έχουμε ούτε ελπίδα να ζήσουμε, ότι θα ζούμε με το φόβο μην πάθουμε κάτι.  Και ενώ έχω όλες τις ικανότητες να φύγω, τώρα που είμαι νέα ακόμα, τώρα που το βιογραφικό μου λεει κάτι σε κάποιους ανθρώπους, εγώ κάθομαι και κάθε μέρα, βυθίζομαι ακόμα και πιο πολύ σε αυτόν τον στάβλο που λέγεται ελληνικός τρόπος ζωής, μέχρις ότου η μπόχα από τη σκατίλα να γίνει δεύτερη φύση μου.

Ναι ναι, αγανακτώ πάλι, όπως λέει και το κατινάκι μου, μέχρι να κάνω πάλι το μπάμ.

Γιατί τη μιζέρια την έζησα, και δεν θέλω να την ξαναζήσω…

ΦΕΥΓΟΥΝ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ.

Σήμερα έμαθα για άλλον έναν επιστήμονα, ιατρό της περιοχής που τα μαζεύει και φεύγει.

Όταν το ανέφερα στον άντρα, μου είπε, «και τι με νοιάζει» .

Βαθιά μέσα του πιστεύει ότι, το να φεύγουν οι άνθρωποι από αυτήν την χώρα είναι καλό, γιατί ανοίγουν οι δουλειές, γιατί υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να βρείς δουλειά και αναρωτιέμαι πόσο χαζός μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι με το να φεύγει η πιο παραγωγική ηλικία μαζί με τα παιδιά τους, την γενιά του μεθαύριο, είναι καλύτερα για αυτούς που μένουν.

Λες και θα πάρω εγώ τη θέση του ιατρού στο χωριό..

Πώς είναι δυνατόν να πιστεύει κανείς ότι, θα βρεί δουλειά όταν δεκάδες επιχειρήσεις κλείνουν καθημερινά σε όλη την επικράτεια.  Όταν εταιρείες με παρελθόν, αναγκάζονται να κλείσουν γιατί δεν μπορούν να τα βάλουν με την εντελώς μισάνθρωπη και αυταρχική πολιτική αρχή.

Για ποια χώρα της δημοκρατίας μιλάμε, όταν δεν μπορείς να βρείς το δίκιο σου, ακόμα και όταν το έχεις αποδεδειγμένα.

Και όταν το σύνολο των ανθρώπων είναι τόσο τυφλοί να δούν το προφανές, και τόσο εγωιστές να νοιαστούν για τον συνάνθρωπό τους, πιστεύοντας ότι το να κοιτάνε την ζωούλα τους, το σπιτάκι τους, την συνταξούλα τους και το μισθουλάκο τους, είναι πιο σημαντικό από το να ρίξουν ένα ποτήρι νερό στο σπίτι του γείτονα που καίγεται, τότε δεν θέλω, να ζώ σε αυτή την κοινωνία.  Γιατί η συνταξούλα και ο μισθουλάκος δεν είναι για πάντα, δεν είναι δεδομένα, οι εταιρείες δεν κρατούν για πάντα, τα λεφτά από τα ταμεία τα έχουν φάει προ πολλού!!

Βασικά δεν μου αρέσει καθόλου η χώρα μου, γιατί ο κόσμος που την κατοικεί στην πλειοψηφία του είναι αναίσθητος.  Και εκείνοι που αξίζουν κάτι δεν θα τους βρείς ποτέ, είναι χωμένοι σε κάτι μικρά σπιτάκια, σε κάτι διαμερισματάκια και δεν βγαίνουν έξω παρα μόνο για τα απαραίτητα.  Δεν μιλούν με άλλους ανθρώπους, δεν αντιδρούν, μην χάσουν και αυτά τα λίγα που έχουν.  Αισθάνονται ένοχοι που έφτιαξαν ένα σπίτι, που τους άφησε ο πατέρας τους ένα χωράφι ή ένα ακίνητο και που τώρα πρέπει να το χρυσοπληρώσουν.  Αισθάνονται ανήμποροι να αντιδράσουν γιατί οι «άλλοι» είναι περισσότεροι.  Και όσοι μπορούν φεύγουν.. Φεύγουν έξω, ή στέλνουν τα παιδιά τους με την ευχή εκείνα να μην ξαναγυρίσουν.

Φεύγουν, μέχρι να μην μείνει κανένας νέος σε αυτήν την χώρα, και όσοι μείνουν θα είναι εντελώς ακατάλληλοι να την διεκδικήσουν.

Και μου τη δίνει, που πρέπει να μείνω.  Μου τη δίνει που οι ελπίδες του άντρα αναπτερώθηκαν.  Μου τη δίνει που πρέπει να απορρίπτεται το πλούσιο για τους ξένους βιογραφικό μου, από μια χούφτα αγράμματους και ανεγκέφαλους επιχειρηματίες που ζητάνε 10ετή πείρα πτυχίο και ειδίκευση και ηλικία εώς 35. Μου τη δίνει μου τη δίνει, μου τη δίνει.

Και ζηλεύω, όταν ακούω για κάποιον που φεύγει.

Και όλο ακούω ότι κάποιος φεύγει.  Και αυτοί που φεύγουν , φεύγουν με το χαμόγελο, με μια ανάσα ανακούφισης που τα κατάφεραν να φύγουν και ας έχουν την αίσθηση ότι θα τους λείψει το σπιτάκι τους, ο ήλιος και η θάλασσα.  Και όταν φτάνουν εκεί που πρέπει, βλέπουν ότι, όλα αυτά που νόμιζαν ότι θα τους λείψουν απλά είναι κάτι μήνες μακριά.

Γιατί η Ελλάδα, είναι μόνο για τα καλοκαίρια.

 

ΧΙΛΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ.

Σήμερα έβλεπα στον ύπνο μου ότι είχα ένα μπαλόνι πολύχρωμο και εκείνο πέταγε ψηλά και μακριά ώσπου έσκασε πάνω από μια θάλασσα…

Σηκώθηκα το πρωί, και βάφτηκα για να πάω τη λουλού στο σχολείο και μετά έφτιαξα κρεμούλες που μου ζητάνε. Έφτιαξα και σαπουνάκια, σκατά βγήκαν, αλλά θα τα ξανακάνω…

Το μεσημέρι, με πιάνει πάλι η απογοήτευση… Η μούρη μου μακραίνει  και τα μάτια μου γέμίζουν δάκρυα..

Ο πατέρας  μου λείπει εκτός πόλης να κάνει μια εξέταση για επικείμενη εγχείρηση που ίσως θα χρειαστεί να κάνει, δεν ξέρουμε κιόλας γιατί εδώ οι γιατροί, κάποιοι από αυτούς, μαλάκες και κουρασμένοι από την κατάσταση που επικρατεί στην ελλαδάρα, από τα λίγα λεφτά που παίρνουν πλέον, που τα περιθώρια να ζητήσουν φακελάκι στενεύουν, γιατί πλέον γιατροί υπάρχουν πολλοί και ο κόσμος που έχει λεφτά διαλέγει πλέον(τι ήθελα να πώ το ξέχασα), δεν του τα έλεγαν καλά τα πράγματα, πολύ περίπλοκα και «πήγαινε σε εκείνη τη κυρία που έχει καλό μηχάνημα , κάνει 500 ευρώ , θα πληρώσεις , και αυτήν την εξέταση θα μου φέρεις να δώ «, οπότε και το συζητήσαμε γύρω γύρω, και βρέθηκε λύση να πάει στη Θεσσαλονίκη να κάνει εκεί αυτήν την εξέταση που ο γιατρός δεν ήθελε να του πεί τι ακριβώς είναι και τι είναι;;; Μαγνητική!!!!

Πάει λοιπόν ο μπαμπάς στη Θεσσαλονίκη, και να δεί και τον λευκό Πύργο, παθαίνει ο παππούς και τρίτο έμφραγμα και τρέχει η μαμά στα νοσοκομεία.. πώς;; αφού δεν οδηγεί!! Την πηγαίνω εγώ με το αμάξι, μετά πάω την μικρή μπαλέτο και ωδείο, να διαβάσουμε και να μιλήσουμε το βράδυ, πάει η μέρα…

Η δασκάλα της μικρής, ζητάει και άλλες κρέμες γιατί της άρεσαν, άρεσαν και στη μαμά της και την αδελφή της, οπότε έχω και άλλες παραγγελίες..

Πώς;; τα βαζάκια τελειώνουν, κάνουν λίγο ακριβούτσικα, ας πάρω τουλάχιστον 2 τώρα που τα θέλω να με πληρώσουν και μετά βλέπω..

Νευριάζω με τον εαυτό μου… παλιότερα δεν με ένοιαζε, έπαιρνα για καβάντζα, τώρα κάνω οικονομία, πρέπει να βγούν τα έξοδα που είναι πολλά, μπαλέτο ωδείο αγγλικά δάνειο λογαριασμοί ένφια η πιστωτική που έφτασε 2.300 με τα ταξίδια στην αγγλία…

Ένα καινούριο γατί μας ακολούθησε σπίτι, είναι μικρούλι και γεμάτο ψύλλους.  Το έκανα μπάνιο αλλά δεν έχω σπρέι για τους ψύλλους και κάνει 10 ευρώ… Αλλά τι να κάνω, είναι αμαρτία να μην το βοηθήσω…

Η λουλού της έβγαλε όνομα, την φωνάζει και κάνει χαρές…

Και εγώ σκέφτομαι χίλιους τρόπους να πληρώσω τα έξοδα… και σκέφτομαι να φύγω να πάω να δουλέψω έξω, με τις κρέμες δεν βγαίνουν όλα τα έξοδα.

Τα πήρα τα χάπια μου σήμερα;;; να θυμηθώ τις κινήσεις μου από το πρωί, ήπια νερό, ήπια τα χάπια;;

Η λουλού θα πεινάσει σε λίγο, πρέπει να πάω να φτιάξω κάτι και ο σβέρκος μου πονάει…

Πότε θα τελειώσει και αυτή η μέρα…

 

ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΤΑΞΙΔΙ.

Μου αρέσει να κοιτάω τις φωτογραφίες από τα ταξίδια μου.  Προσπαθώ να θυμηθώ τα γεγονότα που έζησα και που με την βοήθεια των εικόνων ξαναχρωματίζουν όμορφα τις αναμνήσεις μου.

Το πιο όμορφο μέρος που έχω πάει μέχρι τώρα είναι ο Καναδάς.

Είχα υποσχεθεί να βάλω φωτογραφίες από το ταξίδι μας αλλά δεν το έκανα, ίσως γιατί δεν ήθελα να πιστέψω ότι γύρισα από ένα τόσο όμορφο μέρος που κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί το ιδανικό μέρος για να ζείς.

Οι Καναδοί είναι ένα μείγμα ανθρώπων και φυλών με πολύ έντονο το αίσθημα του τραγουδιού των παλαιών μας χρόνων «we are the World».

Ολες οι θρησκείες και όλες οι φάρες συνυπάρχουν αρμονικά και αυτό που τουλάχιστον είδα εγώ είναι ότι σέβονται ο ένας τον άλλον και έχουν αποδεχτεί ότι η διαφορετικότητα μας κάνει ξεχωριστούς. Είδαμε τα πάντα, από μορμόνους μέχρι ορθόδοξους εβραίους, αυτούς με την καπελαδούρα και τις φαβορίτες του κόκοτα σε μπουκλέ να κρέμονται δεξιά και αριστερά από τα αυτιά τους.

Είναι φοβερά ευγενικοί και χαμογελαστοί, πολύ άνετοι και ήρεμοι.  Πέρασα μια φοβερή περίοδο στεναχώριας όταν γύρισα γιατί, όσο και να το έψαξα δεν θα μπορέσω ποτέ να μεταναστεύσω στον Καναδά, που για μένα, είναι η ιδανική χώρα να ζείς και να μεγαλώνεις οικογένεια.

Και ενώ λεει το γνωμικό «παπούτσι από τον τόπο σου» εγώ δεν θα συμφωνήσω, αν μπορούσα να διαλέξω θα έπαιρνα το «timberland»!!!

Καναδά σε λατρεύω!!

Ορίστε μερικές φωτογραφίες από το ταξίδι μας…

Η λίμνη Οντάριο μεγάλη και πλατιά σαν θάλασσα..

Η λίμνη Οντάριο μεγάλη και πλατιά σαν θάλασσα..

ουρανοξύστης

ουρανοξύστης

Η λίμνη Οντάριο από το ψηλότερο κτήριο του Τορόντο.

Η λίμνη Οντάριο από το ψηλότερο κτήριο του Τορόντο.

το ρολόι κάποιος το έχασε. Συνηθίζουν να βάζουν ότι βρούν κάτω σε εμφανές σημείο για να το βρεί ο κάτοχος του.

το ρολόι κάποιος το έχασε. Συνηθίζουν να βάζουν ότι βρούν κάτω σε εμφανές σημείο για να το βρεί ο κάτοχος του.

πεζοδρόμιο με σπιτάκια

πεζοδρόμιο με σπιτάκια

μαύρο σκιουράκι. Υπάρχουν πάρα πολλά και είναι πολύ φιλικά τρώνε από το χέρι σου και δεν φοβούνται

μαύρο σκιουράκι. Υπάρχουν πάρα πολλά και είναι πολύ φιλικά τρώνε από το χέρι σου και δεν φοβούνται

τεράστιο πάρκο γύρω από υπέροχα σπίτια.

τεράστιο πάρκο γύρω από υπέροχα σπίτια.

 

ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΟΙΚΗΘΗΚΕ…

%ce%bd%ce%b5%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%b4%cf%8c%cf%83%cf%80%ce%b9%cf%84%ce%bf

 

Πρίν από 4 σχεδόν χρόνια, όταν είχαμε ολοκληρώσει το σπίτι μας, είπαμε με τη μικρή λουλού να φτιάξουμε ένα νεραιδόσπιτο στον κήπο μας.

Βαλθήκαμε να ισιώνουμε το χώμα, να βάζουμε πλάκες και μικρά χαλικάκια που βρίσκαμε στην θάλασσα, και στήσαμε έτσι το σπιτάκι κάτω από τα κίτρινα κρίνα που φυτρώνουν από μόνα τους γύρω από το σπίτι μου.

Φτιάξαμε και μια μικρή λιμνούλα να δροσίζονται οι νεράιδες και φροντίσαμε να κάνουμε ένα μονοπατάκι μέχρι την κεντρική είσοδο του σπιτιού, μήπως και χανόντουσαν οι καημένες.

Κάθε μέρα, καθαρίζαμε το χώρο, το σπίτι, τα μικρά έπιπλα που είχαμε βάλει για να είναι άνετες οι νεράιδες, βγάζαμε τα σαλιγκάρια που τρύπωναν στο σπίτι και κλείναμε την πόρτα για να μην μπαίνει το κρύο.

Και περιμέναμε….

Και καθαρίζαμε…

Μέχρι που έβρεξε τόσο δυνατά που έσπασε την στέγη από καλάμια που είχαμε φτιάξει και τα νερά παρέσυραν τα έπιπλα και τα κρεβατάκια, η λίμνη ξεχείλισε και οι μικρές πετρούλες έφυγαν από τη θέση τους. Τα σαλιγκάρια κόλλησαν στους τοίχους του σπιτιού από ξύλα που είχαμε φτιάξει και τα χόρτα χάλασαν την αυλή.

Στο τέλος πετάξαμε το νεραιδόσπιτο.. Ηταν ένα πρότζεκτ που δεν πήγε και τόσο καλά…

Στη θέση του έβαλα φραουλιές και τώρα έχουν εξαπλωθεί παντού.  Την άνοιξη αρχίζουν και κάνουν μεγάλες και κατακόκκινες φράουλες.

Ισως οι νεράιδες να μην ήρθαν ποτέ στο σπίτι που τους ετοίμασα, ίσως να ήρθαν και να ψιθύρισαν στις φραουλιές να γίνουν μεγάλες και νόστιμες..

Τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα υπολογίζεις.  Όμως το σημαντικό είναι να κάνεις την προσπάθειά σου.  Και αυτό είναι γεγονός που θα μείνει στην ιστορία.

 

ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΡΥΑ ΧΩΡΑ ΜΑΚΡΙΑ..

Πριν κάμποσο καιρό, εκεί που έβλεπα στα στατιστικά του μπλόγκ μου ότι κάποιος βλέπει την σελίδα μου από την μακρινή Σουηδία, αναρωτιόμουν, ποιος να είναι και τελικά η τρέλα (όπως την αποκαλούν οι άλλοι, γιατί για εμάς είναι ο τρόπος ζωής μας) δεν γνωρίζει σύνορα.

Κάποια στιγμή ο κάποιος από τη Σουηδία έγινε το Κατινάκι μου!! Με τα άρθρα της, για τα ωραία παπούτσια τα ρούχα τις χειμωνιάτικες μέρες και τις ανοιξιάτικες εξόδους στα πάρκα με τα λουλουδάκια και τις υπέροχες εικόνες.

Πόσο όμορφα είναι, να σε σκέφτονται από την άλλη άκρη της γής, να σε διαβάζουν και να κρυφογελάνε όταν μιλάς τα «γαλλικά» σου. Να σε ακούν και να φροντίζουν να κρατάνε ένα μικρούλι κομμάτι του μυαλού τους ανοικτό για σένα.

Μεγάλη τιμή.

Οι άνθρωποι, είμαστε αχάριστοι… Όταν έχουμε τα πάντα δεν τα εκτιμούμε μέχρι να χάσουμε έστω και ένα μικρό κομμάτι από τα κεκτημένα μας.

Και η ζωή συνεχίζεται, εφόσον την πατάμε και τσαλακώνουμε τα φτερά μας και λέμε, την επόμενη φορά δεν θα είμαι τόσο αχάριστος, δεν θα γίνω εγωιστής όταν αποκτήσω πάλι την χαμένη μου λάμψη.  Όμως πάλι το κάνουμε το λάθος..

Και η ζωή φεύγει, και πίσω δεν γυρνάει, τα χρόνια περνούν και γινόμαστε γέροι και στο σώμα και στην ψυχή και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα πιά να ανακτήσουμε τις παλιές μας δυνάμεις.

Το ξέρω, ότι η συμπεριφορά μου , έτσι σκατομουρτζούφλα που είμαι εδώ και μέρες, με ένα συνεχόμενο σκατό να κρέμεται από την άκρη των χειλιών μου και μου παίρνει το χαμόγελο μακριά, μόνο κακό κάνει σε όλους γύρω μου. Και ότι υπάρχουν πολύ χειρότερα πράγματα στον κόσμο από το γεγονός ότι έχασα το τρένο που έφευγε από την ελλαδάρα χωρίς επιστροφή και γιαυτό αίσθάνομαι σαν λιοντάρι σε κλουβί με εκατοντάδες μικρά μούλικα να με χλευάζουν κρατώντας στον χέρι ένα παγωτό.  Όμως έτσι αισθάνομαι και δεν μπορώ να σηκωθώ από το πάτωμα να το αλλάξω, όσο και να τραβάω τα μάγουλά μου προς τα πάνω για να με κάνω να φαίνομαι χαμογελαστή.

Φίλη μου, όσο άσχημα και να έιναι τα πράγματα, πρέπει να το παραδεκτούμε ότι … είναι άσχημα….

Μπορεί κάποιος να λεει, ότι τουλάχιστον έχεις την ζωή σου, εγώ αυτή τη στιγμή σκέφτομαι ότι αν αρρωστήσω σοβαρά και τα κακαρώσω θα γλιτώσω από τη ζωή που βαρέθηκα και δεν έχω κανένα νόημα…

Η κατάθλιψη είναι και η ίδια αρρώστια βαριά, που μπορεί να τη βγάλεις, μπορεί και όχι..

Ελα να αλληλοβοηθηθούμε να βγούμε από δω μέσα, γιατί, γίνεται όλο και πιο μικρό το μέρος και δεν φτάνει να ανασάνουμε….

Κατινάκι…

ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Εχθές στην τάξη της μικρής λουλούς είχε έρθει ένας παππούς ετών 8ο φεύγα για να μιλήσει στα παιδιά για τις μέρες της γερμανικής κατοχής όπως τις είχε ζήσει εκείνος τότε που ήταν 12 ετών.  Τους μίλησε για τις δυσκολίες που είχε αντιμετωπίσει και για το γεγονός ότι δεν είχαν φαγητό και έτρωγαν χόρτα για να ζήσουν…

Δεν λέω, είχαν περάσει δύσκολα τότε όλοι αυτοί οι κάτοικοι του μικρού χωριού, διότι οι γερμανοί που είχαν κάνει το πέρασμα τους από αυτόν τον τόπο, έπαιρναν ότι έβρισκαν και σκότωναν ότι κινείτο.

Οι κάτοικοι αυτού του τόπου, τότε, τουλάχιστον είχαν έναν ευλογημένο τόπο όπου φύτευαν και καλλιεργούσαν τη γή, είχαν και τις ελιές και έβγαζαν το λάδι τους, είχαν το ποτάμι κοντά που έπαιρναν νερό, μπορεί μεν να ζορίστηκαν να τη  βγάλουν, δεν υπήρχαν γιατροί για τις αρρώστιες και όλα αυτά, αλλά όπως σε κάθε επαρχιακή περιοχή, είχαν τη γή να τους βοηθά να μην πεθάνουν..

Εγώ θα ήθελα να πώ για την ζωή της γιαγιάς μου στην γερμανική κατοχή, δεν ήταν τόσο καλή όσο όλων αυτών που την έζησαν εδώ…

Η γιαγιά μου τότε, δεν είχε κανέναν, ήταν πάνω κάτω 6 χρονών, και για να βρεί να φάει, όπως αρκετοί άλλοι, πήγαινε στα ιταλικά στρατόπεδα όπου μαζευόντουσαν γυναίκες και παρακαλούσαν για λίγο ψωμί, μπομπότα όπως έλεγαν, την έπαιρναν μαζί τους οι κοπελιές και φώναζαν στους ιταλούς «ένα φιλί για ένα ψωμί».. και όπως ήταν μικρούλα σγουρομάλλα ξανθούλα με πράσινα μάτια, την έκαναν χάζι οι ιταλοί και της έδιναν λίγο φαγητό.

Όλα αυτά γίνονταν στην Πάτρα.. Με τους ιταλούς έφαγε λίγο ψωμάκι, όμως όταν εκείνοι έφυγαν, οι γερμανοί δεν ήταν τόσο φιλικοί και δεν έδιναν τίποτα, αντιθέτως, σκότωναν για πλάκα και έβγαζαν φωτογραφίες με τα κατορθώματα τους.

Η γιαγιά μου, καθόταν στην άκρη του δρόμου και παρακολουθούσε τα μερμήγκια να περνάνε και όποιο κουβαλούσε κανένα σουσαμάκι κανένα σποράκι, τα σκότωνε για να φάει το πολύτιμο εμπόρευμα.  Δεν είχε παπούτσια και ρούχα.  Όταν κάποια στιγμή την βρήκε ο Ερυθρός Σταυρός, στο κεφάλι της, από τις ψείρες την ψώρα και το πύον είχε δημιουργηθεί ένα κράνος που βγήκε μαζί με τα μαλλιά της όταν την έπλυναν και τις έδωσαν τις πρώτες βοήθειες.  Η κοιλιά της είχε πάθει τυμπανισμό από την έλλειψη τροφής και τα πόδια της είχαν μαζέψει σκουλήκια από το σάπιο δέρμα με το πύον και τα κρυοπαγήματα.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κατά την αποχώρηση των γερμανών, μια σφαίρα που κάποιος σκατόψυχος έριξε φεύγοντας από την πόλη της, επειδή εκείνη βγήκε στο παράθυρο να δεί την πομπή, πέρασε ξυστά από το αυτί της και της άφησε προίκα πρόβλημα στην ακοή από την ριπή.

Η ζωή της μετά την κατοχή δεν ήταν καθόλου καλή, μάλιστα υπήρχαν περιπτώσεις που έλεγε ότι θα προτιμούσε να είχε πεθάνει τότε παρά να περάσει ότι πέρασε στα χέρια «καλών» συγγενών της που την πήραν στο σπίτι τους παιδάκι πράμα, για να την εκμεταλλεύονται και να την κακοποιούν.

Από την κατοχή, της είχε μείνει και έκανε προμήθειες από πράσινο σαπούνι και βαμβάκια, γιατί όπως έλεγε, άμα γίνει ξανά πόλεμος η καθαριότητα θα σώσει ζωές.

Γιατί ήταν σίγουρη ότι πόλεμος θα γίνει και ευχόταν να μην τον ξαναζήσει εκείνη, γιατί το μετά είναι χειρότερο από τον ίδιο τον πόλεμο..

Δεν είναι πως δεν σέβομαι και δεν κατανοώ τον παππού που ήρθε και μίλησε στην τάξη της λουλούς, αλλά ξέρω από δεύτερο χέρι πόσο δύσκολα ήταν στην πραγματικότητα τα πράγματα.  Στην Κρήτη τουλάχιστον είχαν τον δρακουμέλ που βοηθούσε με το αζημίωτο σαφώς και την μία και την άλλη πλευρά…. Και όποιος τύχαινε να πάει κόντρα στην τότε κατάσταση, να αντισταθεί, μαζί και εκείνος έδιναν στεγνά τους ανθρώπους που ήθελαν μια ελεύθερη Ελλάδα…

Και αυτά δεν τα λέω εγώ, αλλά τα λένε οι κάτοικοι εδώ στην μεγαλόνησο, μαζί με άλλα πράγματα που η ιστορία δεν τα έχει γράψει και ποτέ δεν θα τα πεί.

Αν οι χιλιάδες άνθρωποι που πέθαναν τότε, για τα ιδανικά μιας ελεύθερης πατρίδας, μπορούσαν να αναστηθούν, θα επιχειρούσαν να γυρίσουν το χρόνο πίσω να δώσουν στους Γερμανούς από τότε την χώρα, κάνοντας και υπόκλιση, γιατί μετά από 70 περίπου χρόνια, που καλά καλά δεν έχει πεθάνει η γενιά που έζησε τις φοβερές μέρες του Β παγκοσμίου πολέμου, η πουλημένη ηγεσία κάθε βλαμμένου κόμματος , οι σκατόψυχοι Έλληνες βολεμένοι από την κάθε κυβέρνηση και οι απόγονοι των τότε ηγετών που μετά εμφανίστηκαν ως εθνοπατέρες απλά ολοκληρώνουν σιγά σιγά το έργο που άφησαν στη μέση το 1940.

Οι ημέρες κατοχής είναι μπροστά μας να τις ζήσουμε… Καλά να πάθουμε και καλή υπομονή…

Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕ……

Η γιαγιά μου έλεγε, και αν σου κοπούν τα δάκτυλα, τα δακτυλίδια μένουν..

Θα ήθελα να πιστέψω ότι εκείνη το είχε βγάλει αυτό το απόφθεγμα, αλλά και να το είχε ακούσει από κάπου αλλού δεν έχει σημασία.

Πόσα τέτοια μας έρχονται στο νού από τους παλιούς ανθρώπους που, όπως και να το κάνουμε, μια τσίπα την είχαν παραπάνω από εμάς τους υπόλοιπους.

Η γιαγιά μου, ήταν μαχήτρια, το έχω πεί άλλωστε σε παλιό άρθρο μου και της αξίζουν μόνο συγχαρητήρια.

Μου έχει πεί και άλλα, βέβαια, αλλά το συγκεκριμένο μου ήρθε στο μυαλό τώρα που είμαι σκατά και μου απαλύνει τον καημό.

Η γιαγιά μου, ακόμα και όταν περνούσαμε τόσο άσχημα οικονομικά, πάντα περπατούσε με το κεφάλι ψηλά, γιατί η αξιοπρέπεια και η το αριστοκρατικό ύφος δεν μπορούν να τα κάμψουν ούτε φτώχια ούτε κακίες ούτε η απομόνωση των υπολοίπων.

Αχ γιαγιά μου να ζούσες…  Όχι ότι τα λόγια σου δεν ηχούν στα αυτιά μου και μου δροσίζουν την καμένη μου καρδιά, αλλά αν μου τα έλεγες και τώρα θα αισθανόμουν ακόμα πιο μαχητική.

Μπορεί λοιπόν τα δάκτυλα μου να κόπηκαν, ναι, όμως κανείς δεν μπορεί να μου στερήσει το γεγονός ότι τα δακτυλίδια τα έχω και κανείς δεν μπορεί αυτά να μου τα πάρει.

Είναι μόνο θέμα χρόνου να τα γυαλίσω και να τα βγάλω στον ήλιο να λάμψουν όπως του αρμόζει, και τότε ως δια μαγείας τα δάκτυλα μου θα ξαναφυτρώσουν όμορφα και κομψά όπως είναι.

Απλά πρέπει να κάνω υπομονή… ακόμα..

ΕΝΣΤΙΚΤΟ

9 χρόνια μετράει η δραστηριότητά μου στον μπλογκοχώρο..

Ηταν τότε που είχε γεννηθεί η μικρή λουλού και ως αγχωμένη μαμά και μόνη σε χωριό της Κρήτης να μεγαλώνω το παιδί, να μένω με τους γονείς μου και να εργάζομαι στην πρώην δουλειά μου ως τραπεζικός, ξεκίνησα να ασχολούμαι με το διαδίκτυο.

Βεβαίως είχε διατελέσει και το γεγονός ότι εδώ στο κωλοχώρι δεν μου μιλούσε άνθρωπος, εμένα μιας ξένης στα λημέρια τους, γαμώ τα σπιτάκια τους, και η μόνη επαφή με ανθρώπους να ανταλλάξουμε μια κουβέντα βρε αδελφέ ήταν οι φίλες της μαμάς μου και ο μπλογκοχώρος.

Τότε λοιπόν παρακολουθούσα ένα μπλόγκ μιας κοπέλας από την Θεσσαλονίκη, και μέσα αυτού του δικού της «σπιτιού» γνώρισα και διάφορες άλλες τρελές σαν και μένα, από όλη την Ελλάδα.

Γνώρισα και την φίλη μου την Στεφανία, που διατηρούσε και εκείνη χώρο να πλένει και να απλώνει τα διάφορα άρθρα της και να μοιράζεται τις συναρπαστικές της ιστορίες με όλους εμάς.

Ο καιρός πέρασε, και αρκετά μπλόγκ έκλεισαν, άλλα άνοιξαν και οι φίλοι, ξεχάστηκαν.

Η Στεφανία μου όμως, με ακολούθησε και με ακολουθεί μέχρι σήμερα και είναι μαζί μου, νοερά και πραγματικά όταν οι καταστάσεις το φέρουν βολικό.

Η Στεφανία, που τα λέει τα πράγματα όπως είναι και έχει βαλθεί να με δεί επιτέλους να παίρνω τη ζωή στα χέρια μου όπως λεει, και έχει απόλυτο δίκιο, γνωρίζει, ως καλός φίλος, ότι η κάθε απόφαση έχει την ανάληψη της ευθύνης αυτής, και εγώ ως άνθρωπος που πρέπει να έχω πλάν μπί και σί και ντί και έφ και τζί, αν δεν καταστρώσω όλα αυτά τα σχέδια από πρίν, δεν μπορώ να πάρω καμία απόφαση που δεν γνωρίζω ούτε στο ελάχιστο τις συνέπειες.

Η ιστορία δείχνει μόνο μακροχρόνια αν μια απόφαση ήταν σωστή η λάθος, με γνώμονα την φυσική εξέλιξη των ανθρώπων που εκείνη επηρέασε.

Στην δική μου περίπτωση, αλλά και σε όλες τις περιπτώσεις, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και όχι η προσωπική και μόνο ικανοποίηση.

Κάθε απόφαση, δεν είναι ίδια και κάθε κατάσταση δεν είναι ίδια επίσης.

Συνήθως το ένστικτό μας είναι αυτό που πάντα έχει δίκιο στην λήψη της απόφασης.  Γιατί βασίζεται στο αρχέγονο αίσθημα της ίδιας της επιβίωσης του σώματος και του πνεύματος μας, με επέκταση την ίδια μας την ψυχή.  Είναι σαν να λέμε, η Θεία παρέμβαση στη ζωή μας.

Πρέπει λοιπόν να σταματάμε αρκετά συχνά και να απομακρυνόμαστε από τον υλικό αυτό κόσμο, για να αφουγκραζόμαστε το Ένστικτο μας.

Το Ένστικτο, δεν κοιτάει εγωισμούς, δεν θα σου πεί ποτέ αυτό που θέλεις να ακούσεις μια δεδομένη στιγμή που ο ουρανός σου έχει έρθει ταφόπλακα στην κεφάλα σου, δεν θα σου πεί ότι ο χαζογκόμενος σου που σε παράτησε για την άλλη χαζογκόμενα, θα ξαναγυρίσει και θα ζήσετε την ζωή πιασμένοι χέρι χέρι όσο και αν εσύ θές αυτό να γίνει την δεδομένη στιγμή και ας πηγαίνεις σε 527 καφετζούδες και χαρτορίχτρες να σου λένε ότι σε σκέφτεται μωρέ, να σε έχει στο μυαλό του, αλλά πηδάει άλλη και εσύ να αναπτερώνεις τις ελπίδες σου ότι θα ξαναγυρίσει αφού σκυλογαμήσει.  Ξέρεις πολύ καλά, γιατί το Ένστικτό σου στο λεει, ότι είναι ένας παπάρας που κοιτάζει το λιλάκι του και δεν τον ενδιαφέρει αν εσύ εκτός από πιπί έχεις και άλλα χαρίσματα.

Το Ένστικτο, θα σου πεί, πότε πρέπει να περιμένεις να κάνεις το άλμα σου, για να περάσεις το γαμημένο το επι κοντό!!

Εμένα  όλα αυτά τα χρόνια,  δεν μου έχει μιλήσει ξεκάθαρα..  Πολλές φορές έχω έρθει στο αμήν με τον άντρα και αρκετές φορές έχω πεί τέλος.

Την στιγμή όμως που πάω να κάνω το βήμα, ενώ όλα δείχνουν ξεκάθαρα ότι κάνοντάς το θα είναι και η λύτρωσή μου, πάντα σκεπτόμενη με την λογική, το ένστικτο με φρενάρει.  Και δίνω άλλη μια ευκαιρία.

Και εγώ απορώ, εφόσον η λογική λεει, το προφανές.  Γιατί ρε πούστη Ένστικτε δεν μας κάνεις την χάρη;;

Ο χρόνος και μόνο, θα δείξει..

Το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι υπομονή και ησυχία να ακούσουμε.