ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ο ρυθμικός θόρυβος των σταγόνων της βροχής στο παράθυρο πάνω από το κρεβάτι, με ξυπνά νωρίς το επόμενο πρωί και κοιτάζοντας προς τα έξω συνειδητοποιώ ότι δεν έχω πάρει το απαραίτητο αξεσουάρ για την Αγγλία… μια ομπρέλα!!!

Κοιτάζω τη μικρή λουλού που κοιμάται ακόμα, κάνω να σηκωθώ για να δώ αν έχει μείνει τίποτα να φάει από τα χθεσινά σνάκ που είχαμε αγοράσει στο αεροδρόμιο και σκέφτομαι προς στιγμή να ανοίξω και το μικρό ψυγείο που στέκεται  δίπλα στη πόρτα της εισόδου, λές και υπήρχε περίπτωση η καλή νεράιδα των πεινασμένων μεταναστών, να έχει αφήσει τίποτα γάλα και καμιά φέτα με βούτηρο ή μερέντα…

Ανασηκώνομαι και κοιτάζω έξω από το παράθυρο, μήπως βρώ κανένα σούπερ μάρκετ εκεί κοντά κανένα ψιλικατζίδικο να πάω να πάρω λίγο γάλα, αλλά το μόνο που βλέπω στο οπτικό πεδίο ήταν σπίτια, ίδια σπίτια, το ένα μετά το άλλο, με το ίδιο χρώμα, χωρίς μπαλκόνια, με τα ίδια παράθυρα και τις ίδιες εξώπορτες..

«Τα ψιλικατζίδικα είναι ελληνικό φαινόμενο βρε χαζοβιόλα..» σκέφτομαι και μένω να κοιτάζω έξω από το παράθυρο με το κεφάλι μου ακουμπισμένο ανάμεσα στις παλάμες των χεριών.

Ξανα κάθομαι στο κρεβάτι και κοιτάζω το δωμάτιο.

Το σπίτι αυτό το είχα δεί μέσω ίντερνετ, μαζί με κάποια άλλα, πρίν ένα μήνα, όταν όλα πλέον είχαν κατασταλάξει και έδειχναν ότι δεν υπήρχε άλλη λύση για μένα και τη μικρή λουλού παρα μόνο η μετανάστευση.

Στο ταξίδι αστραπή που είχα πραγματοποιήσει, τότε, είχα δεί 4 σπίτια πρίν κατασταλάξω σε αυτό εδώ, αν και τα άλλα ήταν λίγο πιο φθηνά και ελαφρώς πιο μεγάλα, με έπιπλα, αυτό ήταν κοντά στο ελληνικό σχολείο που θα πήγαινε η μικρή λουλού και η περιοχή μου φάνηκε πολύ αναβαθμισμένη.

Στο ραντεβού που είχαμε δώσει με την ιδιοκτήτρια, ένοιωσα λιγότερο επιφυλακτική και η ίδια ήταν πολύ καλή για Αγγλίδα.  Με περίμενε στην είσοδο του κτιρίου με το γκρί μαλλί της, που ταίριαζε υπέροχα με το γκρί μπλουζάκι και τη ασορτί φούστα της, και με ένα πλατύ χαμόγελο, που ήταν αληθινό, γιατί έκανε τα μάτια της να μισοκλείσουν πίσω από τα γυαλιά της. 

«Αυτή είναι η κύρια είσοδος, και δεξιά βρίσκεται το διαμέρισμα του ισογείου που κατοικείται… Το διαθέσιμο διαμέρισμα βρίσκεται στο πρώτο όροφο..», είχε πεί ανεβαίνοντας πρώτη τις ξύλινες σκάλες με την επένδυση μοκέτας… « Απαιτώ μεγάλη προσοχή στην είσοδο του κτιρίου, με προσεκτικό καθαρισμό των παπουτσιών, για να μη λερώνεται η μοκέτα!!» είχε πεί κοντοστέκοντας στη μέση της σκάλας και υψώνοντας το δείκτη του χεριού της.

Η πόρτα του διαμερίσματος βρισκόταν στα αριστερά της σκάλας και υπήρχε ένα μικρό παράθυρο που έριχνε φώς στο χώρο, αμέσως φαντάστηκα και μια μικρή γλαστρούλα κάτω από το παραθυράκι σε χρώμα φούξια με βούλες μπλέ.

Η ιδιοκτήτρια άνοιξε τη πόρτα και εμφανίστηκε το εσωτερικό του διαμερίσματος:

Ένα μεγάλο παράθυρο στο κέντρο του ενιαίου χώρου στα αριστερά που από ότι υπολόγισα θα είχε θέα στο δρόμο, και μια πόρτα 5 βήματα ευθεία που οδηγούσε προφανώς στο υπνοδωμάτιο, άλλη μία πόρτα στα δεξιά που οδηγούσε μάλλον στο μπάνιο. Ο νεροχύτης με μια σειρά ντουλάπια πάνω και κάτω αντίστοιχα βρισκόταν στα δεξιά καθώς μπήκαμε στο χώρο και στο τέρμα του τοίχου άλλο ένα παράθυρο.

«Είναι μικρό , αλλά έχει αρκετό φώς, μου είπατε ότι θα μένετε με το παιδί σας;; Τα παιδιά χρειάζονται φώς!! Εσείς που είστε από την Ελλάδα θα το ξέρετε αυτό.», είπε με καλοσύνη, αλλά γρήγορα πρόσθεσε, «Είμαι πολύ σκεπτική με τα παιδιά, κάνουν πολλές ζημιές και φασαρίες, πραγματικά θα ήμουν πιο σίγουρη αν την είχατε μαζί σας την κόρη σας..»

Εκείνη τη στιγμή ασυναίσθητα δάκρυσα και γονάτισα κάτω, ψάχνοντας στη τσάντα μου μια φωτογραφία της μικρής λουλούς που πάντα έχω μαζί μου.

« Νάτη!!» της είπα, και της έδωσα τη φωτογραφία.

«Για εκείνη φεύγουμε από τη χώρα μας, για να σπουδάσει να ζήσει χαρούμενα και όμορφα, για να μην ακούει συνεχώς ότι δεν έχουμε λεφτά για περιττά έξοδα , είναι πολύ μικρή για να σκέφτεται αν θα έχω αρκετά χρήματα να πάρω γλυκά, αν θα μπορέσω να εξοφλήσω το στεγαστικό μου.. Έχει όλα τα χρόνια μπροστά της να αγχώνεται για αυτά τα πράγματα…» της είπα καθώς σηκωνόμουν από το πάτωμα και σκουπίζοντας το μάτια μου.

«Λοιπόν» μου είπε σαστισμένη, δε περίμενε μια τέτοια αντίδραση από μένα και έμεινε για κάποια δευτερόλεπτά να με περιεργάζεται.

«Λοιπόν λοιπόν, το υπνοδωμάτιο βρίσκεται ευθεία μπροστά, και δίπλα του είναι η τουαλέτα. Στα δεξιά μας είναι η κουζίνα και το παράθυρό της βλέπει στο μικρό κήπο, που δυστυχώς δεν υπάρχει πρόσβαση στους ενοίκους παρα μόνο από το δικό μου διαμέρισμα που βρίσκεται στον τρίτο όροφο. Ρίχτε μια ματιά με την ησυχία σας και μετά παρακαλώ χτυπήστε μου την πόρτα επάνω ότι έχετε τελειώσει». Είχε πει κατευθυνόμενη  στις σκάλες.

Πρέπει να είναι όλο και όλο 50 τετραγωνικά, από ότι υπολογίζω, καθώς το περιεργάζομαι καθισμένη στο κρεβάτι με τη μικρή λουλού να κοιμάται δίπλα μου.

Η ιδιοκτήτρια μου είχε κάνει το χατίρι και είχε βάλει ένα σπαστό τραπεζάκι για δύο άτομα κάτω από το παράθυρο της κουζίνας, που βλέπει στο κήπο της, και ένα ημίδιπλο κρεβάτι που ακουμπά από τις δυό πλευρές του στους τοίχους του δωματίου.  Υπάρχει και μια εντοιχισμένη ντουλάπα με δύο φύλλα στην άλλη άκρη του δωματίου. Αλλά το ψυγείο που έχει βάλει δεν ήταν στη συμφωνία, και με ξαφνιάζει ευχάριστα που υπάρχει. Άσε που είναι και μεγάλο, εγώ αν θα έπαιρνα θα ήταν αυτό το μισό που φτάνει στο ύψος της μέσης μου.

«Τελικά ίσως και να με συμπαθεί η σπιτονοικοκυρά», σκέφτομαι και θυμάμαι τη στιγμή που ανέβαινα στο δικό της διαμέρισμα από τις ξύλινες σκάλες, τότε καθώς είχα τελειώσει από την επιθεώρηση του σπιτιού προς ενοικίαση.

Είχα βγάλει τα παπούτσια μου καθώς έμπαινα στο σπίτι της, και με είχε οδηγήσει στο καθιστικό της που ήταν στη δεξιά μεριά του κτιρίου, με το καναπέ να δεσπόζει κάτω από το μεγάλο παράθυρο με τις μπέζ κουρτίνες, προσεκτικά τραβηγμένες στις άκρες του παραθύρου.  Στο τραπεζάκι μπροστά από τον καναπέ υπήρχε ένας δίσκος με φλιτζανάκια του τσαγιού και μια τσαγιέρα που άχνιζε, τη ζαχαριέρα και την γαλατιέρα.

«Ζάχαρη, γάλα;;» μου είχε πεί καθώς κάθισε δίπλα μου στο καναπέ.

«Λοιπόν;;» με είχε ρωτήσει καθώς σέρβιρε το τσάι.

«Το σπίτι βρίσκεται κοντά στο σχολείο που θα πάει η μικρή, φαίνεται ήσυχο και είναι καθαρό. Με ενδιαφέρει πολύ, αν και είναι πιο ακριβό από τα σπίτια που έχω ήδη δει, επίσης δεν έχει έπιπλα που θα με διευκόλυναν οικονομικά για το πρώτο διάστημα της προσαρμογής μας.  Αν δεχτείτε να σας δώσω προκαταβολικά 6 μήνες μπροστά, για να μη το έχω άγχος, και αν σας περίσσευε κανένα τραπεζάκι και ένα κρεβάτι μέχρι να προσανατολιστούμε με τα μαγαζιά εδώ και αγοράσουμε τα απαραίτητα, το κλείνω από σήμερα». Της είχα πεί πίνοντας μια γουλιά από το ζεστό τσάι.

Αλλά το ψυγείο… δεν μου είχε πεί ότι θα έβαζε και ψυγείο…

Η μικρή λουλού ξυπνά και ανοίγει τα μάτια της. Η βροχή έχει σταματήσει και ένας ήλιος ξεπροβάλει.  Το ξέρω ότι θα είναι για λίγο, γιατί τα γκρί σύννεφα πλησιάζουν και πάλι.

«Καλημέρα λουλού μου!! Κοιμήθηκες καλά;; Ετοιμάσου να πάμε για ψώνια, δεν είπαμε εχθές;; Να περάσουμε από το σχολείο σου να το δείς..» της λέω… δεν είναι σωστό να της πώ όλα τα άλλα που σκέφτομαι και αγχώνομαι, έχει αρκετό άγχος να διαχειριστεί η ίδια.  Καινούριο σχολείο, σπίτι, γειτονιά, γλώσσα…

Ξεκλειδώνω την πόρτα και προχωράμε στα σκαλιά, όταν ανοίγει η πόρτα της ιδιοκτήτριας στον επάνω όροφο. Την ακούω που φωνάζει το όνομά μου¨: «Κυρία Βίβυ;; Καλώς ήλθατε! Όλα καλά με το διαμέρισμα; Είναι και η κόρη σας μαζί σας; Θα σας περιμένω για τσάι στις 5 αν συμφωνείτε..» μου λέει, και προς στιγμή δε μπορώ να καταλάβω πώς της ήρθε να με λέει έτσι, αλλά το προσπερνώ γρήγορα, της απαντάω καταφατικά και φεύγω με τη μικρή λουλού να ψωνίσουμε.

Περιμένοντας στη στάση του λεωφορείου πιάνει πάλι βροχή, η μικρή λουλού παραπονιέται ότι δεν έχουμε ομπρέλα, αλλά εκεί είμαστε προστατευμένοι προς στιγμή γιατί έχει στέγαστρο η στάση.  Εχω πάρει τις οδηγίες μέσω ίντερνετ για το πού βρίσκεται το σούπερ μάρκετ που θα επισκεφτούμε, και το λεωφορείο παιρνά στην ώρα του ακριβώς!!!

Μετά από αρκετές στάσεις φτάνουμε στο σούπερ μάρκετ, αλλά πρέπει να περπατήσουμε και λίγο, όμως ως δια μαγείας την ώρα που βγαίνουμε από το λεωφορείο η βροχή σταματά!!! Τρέχουμε με τη λουλού στην απέναντι πλευρά και προχωράμε γοργά να προλάβουμε να μπούμε στο πολυχώρο που βρίσκεται το σουπερ.  Εκεί είναι κλειστό γύρω γύρω, εχει σκάλες κυλιόμενες και πολλά πολλά μαγαζιά, εκτός από το σούπερ μάρκετ. Η μικρή λουλού ανοίγει τα μάτια της διάπλατα και βγάζει μια φωνούλα ενθουσιασμού!!

«Μαμά πάμε να ψωνίσουμε πρώτα στα μαγαζιά!!!»  λέει και με τραβά από το χέρι, αλλά αμέσως κοντοστέκεται..

«Μαμά έχεις αρκετά χρήματα;; Να πάμε πρώτα από το μαγαζί της μιας λίρας, να δούμε τι έχει να είναι και οικονομικά» μου λεει και προχωράμε στο μαγαζί της μιας λίρας που βρίσκεται στο ισόγειο δίπλα στην είσοδο του σούπερ μάρκετ.  Το εμπορικό κέντρο βρίσκεται έξω από την πυκνοκατοικημένη περιοχή κοντά σε ένα μεγάλο πάρκο, που έχει μια μικρή λιμνούλα κούνιες παγκάκια δέντρα και πρασινάδα. Ωραίο μέρος για να ερχόμαστε όταν έχουμε να κάνουμε τα ψώνια μας και να παίζει λίγο η μικρή.

Φεύγοντας από το μαγαζί κρατάμε 2 τσάντες με μικροπράγματα, φθηνά αλλά χρήσιμα και μη, σαμπουάν αποσμητικά αφρόλουτρα καδράκια, και γλαστρούλες με σπόρους να φυτέψουμε λουλουλάκια. Παίρνω και 2 πετσέτες και το κυριότερο: φωσφοριζέ αυτοκόλλητα!!!

Από το σούπερ μάρκετ παίρνουμε λίγο κρέας, κιμά, γάλα βούτηρο ζάχαρη αυγά σπανάκι και αρκετά μπισκότα και διάφορα γλυκάκια.

Η μικρή λουλού είναι κατενθουσιασμένη!!

Βγαίνουμε από το εμπορικό και ανοίγω την καινούρια μας ομπρέλα.  Η λουλού δεν έχει βάλει γλώσσα μέσα της, το καλό μου, σχεδιάζει να φτιάξει το σπίτι με τα πραγματάκια που πήρε αλλά η ώρα έχει περάσει και πεινάμε αρκετά.

«Θέλεις να πάμε να φάμε κάτι γρήγορο; Γιατί πρέπει να πάμε και από το σχολείο σου» της λέω κοιτάζοντας την ώρα.

Γυρίζουμε πρώτα στο σπίτι, αφήνουμε τα πράγματα και βγαίνουμε πάλι έξω, αφού έχουμε αφήσει τα παπούτσια μας στην είσοδο για να μη λερώσουμε τη μοκέτα.

Το σχολείο είναι σε απόσταση προσβάσιμη με τα πόδια, βρίσκεται 5 δρόμους παράλληλους από το σπίτι μας, στεγάζεται σε ένα βικτοριανό κτήριο ανακαινισμένο με καθαρή μοκέτα και χώρους παιχνιδιού τόσο μέσα όσο και έξω από αυτό. Μας κάνει ξενάγηση η διευθύντρια, μια πολύ συμπαθητική κυρία και μας εξηγεί τις ώρες λειτουργίας και το πρόγραμμα που θα ακολουθήσουμε.

«Γιατί επιλέξατε να στείλετε το παιδί σε ελληνικό σχολείο και όχι αγγλικό;;» με ρωτά στο τέλος της ξενάγησης.

«Θέλω να πιστεύω ότι θα επιστρέψουμε κάποια στιγμή στη χώρα μας, θέλω η κόρη μου να έχει ένα άγχος λιγότερο νοιώθοντας ότι δεν αποκόβεται από τις ρίζες της» , της απαντώ.  Με κοιτα, κοιτά τη μικρή λουλού και μας αποχαιρετά.  Σε 4 μέρες το σχολείο θα φιλοξενεί άλλο ένα ελληνάκι, 13 παιδιά στο σύνολο της τάξης της.

Γυρνάμε στο σπίτι μας, η ώρα έχει πάει 3 το μεσημέρι και η μικρή λουλού πεινάει λίγο. Ψάχνει στη σακούλα με τα μπισκότα και παίρνει ένα μεγάλο γεμιστό με σοκολάτα.  Βλέπει και ξαναβλέπει τα πράγματα που πήρε, και είναι πολύ ενθουσιασμένη με τα αυτοκόλλητά της και τα καδράκια που πήρε να κρεμάσει πάνω από το κρεβάτι.  Της υπενθυμίζω ότι θα πάμε σε λίγο για τσάι στην ιδιοκτήτρια και ξέρω ότι δε το κάνει η ίδια επειδή μας συμπαθεί, αλλά γιατί θέλει να δεί τη μικρή λουλού, τι σόι πράγμα είναι , καθώς δε φαίνεται να πολυσυμπαθεί τα παιδιά.

Στις 5 ακριβώς χτυπάμε τη πόρτα της ιδιοκτήτριας και εκείνη μας υποδέχεται με συγκρατημένο χαμόγελο, κοιτώντας κυρίως τη μικρή , έχοντας ήδη σερβιρισμένο το τσάι.

Της απευθύνεται αλλά δυστυχώς η μικρή λουλού δε γνωρίζει αγγλικά, και της εξηγώ ότι δεν καταλαβαίνει, ακόμα τουλάχιστον.

Στο δίσκο έχει και κουλουράκια βανίλιας, εκείνα τα πολύ αφράτα και μαλακά που μοσχοβολάνε, και η λουλού τα κοιτά με λιγούρα.  Η ιδιοκτήτρια της δείχνει το πιατάκι και εκείνη, αφού με κοιτά πρώτα λαβαίνοντας ένα καταφατικό νόημα απλώνει το χέρι της και παίρνει ένα κουλουράκι.

Η ιδιοκτήτρια την κοιτά προσεκτικά καθώς βάζει το άλλο χέρι της σα πιατάκι για να μη ρίξει ψίχουλα κάτω και τη βλέπω να χαμογελά ελάχιστα και τα μάτια της να μισοκλείνουν πίσω από τα γυαλιά της.

«Σας ευχαριστώ και για το ψυγείο που μας παραχωρήσατε, είναι μια μεγάλη βοήθεια για μας» , της λέω και της παρακαλώ να μου δανείσει μια κατσαρόλα γιατί δεν πήρα καθόλου κατσαρολικά από το σουπερ μάρκετ.

«Δεν κοιτάξατε καθόλου τα ντουλάπια έτσι;;» με ρωτάει ευγενικά.  Η αλήθεια είναι ότι δε που πέρασε καθόλου από το μυαλό να τα ανοίξω, πιστεύοντας ότι απλά θα έιναι άδεια. Ακόμα και τις τσάντες με τα ψώνια τις αφήσαμε στο πάτωμα όταν ήρθαμε και μόνο όσα ήθελαν ψυγείο βάλαμε στη θέση τους.

«Ήρθαμε αργά εχθές και σήμερα πήγαμε για ψώνια, για τα απαραίτητα, πήγαμε στο σχολείο που θα φοιτήσει η μικρή.. έχουμε αρκετά πράγματα να κάνουμε ακόμα, σας ευχαριστούμε για το τσάι, το χρειαζόμασταν.» της λέω και σηκώνομαι να φύγω. Σηκώνεται και η μικρή λουλού, χαμογελάει στην ιδιοκτήτρια και εκείνη της προσφέρει άλλο ένα κουλουράκι.

Αισθάνομαι ότι έχουμε αποκτήσει κιόλας ένα σύμμαχο σε αυτή τη ξένη χώρα και καθώς την καληνυχτίζουμε, εκείνη, σκύβει και μου λεει στο αυτί «έχεις ένα υπέροχο κορίτσι κυρία Βίβι», και γυρνόντας προς τη λουλού της συστήνεται δίνοντας το χέρι της: «Χάρηκα που σε γνώρισα, με λένε Μόιρα, και εσένα;» τη ρωτά.  Αυτό το ξέρει τουλάχιστον και αμέσως απαντά με σπαστά αγγλικά «Με λένε Άρια!!» λέει με καμάρι.

Γυρνάμε στο διαμέρισμα και ανοίγω τα ντουλάπια με περιέργεια.  Στα πάνω ντουλάπια, 3 τον αριθμό έχει δύο πιάτα από κάθε είδος, μικρά μεγάλα και βαθιά, μια κατσαρόλα μεγάλη και μια μικρή, σετ μαχαιροπήρουνα για 2 άτομα 2 φλιτζάνια και 2 ποτήρια του νερού.

Στα κάτω ντουλάπια έχει ένα βραστήρα στο κουτί του, και ένα τηγάνι και ενώ τα βλέπω όλα αυτά συλλογιέμαι ότι δεν πήρα λάδι από το σούπερ μαρκετ.

Πάω στο υπνοδωμάτιο, ανοίγω τη μικρή ντουλάπα και βλέπω ότι υπάρχει ένα σέτ σεντόνια στη νάυλον σακούλα τους και μια πετσέτα μεγάλη. Χαμογελάω και κοιτάω στο ταβάνι, λες και είναι διάφανο και μπορώ να δώ την ιδιοκτήτρια για να την ευχαριστήσω.

Πηγαίνω στο ενιαίο χώρο που είναι η μικρή λουλού και της λέω τα νέα, αλλά μάλλον δεν την ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, αφού είναι πολύ απασχολημένη με τα αυτοκόλλητά της και τα καδράκια της. Έχει ήδη ανοίξει τα γλαστράκια με τα σποράκια από χρυσάνθεμα, και τα ποτίζει προσεχτικά, ενώ σκέφτεται πού θα βάλει τα γλαστράκια για να είναι όμορφα, όπως λέει.

Το βράδυ μας βρίσκει ξαπλωμένες στο κρεβάτι, να μιλάμε στο σκάιπ με τη γιαγιά και τον παππού, αφού η ιδιοκτήτρια μας έδωσε τους κωδικούς του ίντερνετ μέχρι να κάνουμε αίτηση για τηλεφωνική γραμμή.  Οι γονείς μου λένε ότι θα στείλουν το συντομότερο στη διεύθυνση του νέου μας σπιτιού διάφορα πράγματα και ότι όλα είναι καλά στο σπίτι μας. Χαρούμενες και κουρασμένες κοιμόμαστε αγκαλιά με πολλά όνειρα να πλάθονται για την επόμενη μέρα της ζωής μας.

Advertisements

ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ Ή ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ

Εχθές ήρθε η ασφάλεια του δεύτερου αμαξιού, βασικά είναι το πρώτο μου αμάξι, ένα σμαρτάκι που είχα αγοράσει όταν είχα πάρει το δίπλωμα.  Επειδή ήταν μικρούλι και νοστιμούλι, και επειδή δεν είχα χρήματα να πάρω άλλο αμέσως μόλις γέννησα, μας κουβαλούσε το καημένο και τους τρείς μας μέχρι που η μικρή λουλού έγινε 6.

Τότε αποφάσισα ότι δεν πήγαινε άλλο, δε χωρούσαμε και ήρθε η ευκαιρία να πάρω ένα φιατάκι μεταχείρισμένο 3000 ευρώ.  Δεν είχε ζημιές είχε μόλις 28000 χιλιόμετρα και με βόλευε μια χαρούλα.

Ενημέρωσα τον άντρα ότι δε μπορώ σαφώς να συντηρώ δύο αμάξια, εφόσον εκείνος εξακολουθούσε να είναι χωρίς δουλειά, και ότι καλό θα ήταν να το πουλούσαμε.

Εκείνος δε συμφώνησε, το αμάξι είναι και στων δυο το όνομα, ήρθε ο φόρος του αμαξιού , το πλήρωσα, ήρθε η ασφάλεια την πλήρωσα και ήρθε και το κτέο το πλήρωσα.

Στις αρχές του χρόνου του είπα του άντρα ότι δε μπορώ άλλο να πληρώνω το αμάξι εφόσον δε το χρησιμοποιώ και ότι θα κταθέσω τις πινακίδες, εάν βρεί δουλειά και το θέλει να πάει να τις πάρει πίσω πάλι.

Τις πινακίδες δε τις κατέθεσα, ήρθε ο φόρος του αμαξιού, το πλήρωσα και χθές ήρθε και η ασφάλεια…  340 ευρώ…

Από χθές έχω απερίγραπτα νεύρα, γιατί ο λόγος μου δεν ακούγεται, και νευριάζω αφάνταστα που γράφομαι στα παπάρια, όχι μονο του άντρα αλλά και της κοινωνίας.

Γιατί, αρχικά το αμάξι είπα να το κρατήσω μπάς και βρεί δουλειά και πηγαίνει με αυτό στη δουλειά του ο άντρας, πράγμα που δεν έγινε.

Κατά δεύτερον, ξέρω για ποιο λόγο το κρατάει το αμάξι, το κρατάει γιατί σκέφτεται ότι, αν χωρίσουμε, σαφώς δε θα μπορεί να πάρει άλλο, και το σμαρτάκι είναι μικρούλι και γλυκούλι να βγάζει γκόμενες…

|Θα μου πείς: είσαι εντελώς μαλάκας;;;  μμμμ μάλλον!!!

Σήμερα λοιπόν, αφού έχω φάει το άγχος της αρκούδας για το πώς θα΄πληρώσω την ασφάλεια, του εξηγώ ότι, δεν είναι λύση να θυσιάζω ένα ταξίδι αναψυχής για να πληρώσω μια ασφάλεια για κάτι που δεν χρειάζομαι.

Δεύτερον, δεν έιναι σωστό να στηρίζει τα πάντα πάνω μου, γιατί αν πάθω κάτι από το υπερβολικό άγχος, εκείνος δε θα πάρει ούτε σύνταξη, δεν θα έχει ούτε σπίτι, αφού θα μας το πάρουν οι τράπεζες και θα καταστρέψει το μέλλον του παιδιού.

Του εξηγώ πάρα πολύ ήρεμα ομολογώ, ότι, στη ζωή μας πρέπει να βάζουμε χρονοδιαγράμματα για την επίτευξη των στόχων μας και για τη καλυτεύρεση της ζωής μας.  Να έχουμε ένα πλάν μπί, για τη περίπτωση που η ζωή δεν μας τα φέρει όπως τα έχουμε σχεδιάσει.

Πχ, εφόσον τα τελευταία 3 χρόνια δεν έχει αλλάξει κάτι στην ζωή του, δεν έχει βρεί δουλειά και δεν προχωρήσει εμπρός , θα πρέπει να σκεφτεί ότι, ο στόχος που είχε αρχικά βάλει απέτυχε. Να επαναπρογραμματίσει την πορεία του βάζοντας άλλο στόχο, λέγοντας ότι, «αν δε βρώ δουλειά στα επόμενα 2 χρόνια που το παιδί θα πλησιάζει να τελειώσει το δημοτικό, ΄και γνωρίζοντας ότι οι υποχρεώσεις θα αυξηθούν, θα πρέπει να σκεφτώ σοβαρά το ενδεχόμενο να μεταναστεύσω ή να αλλάξω τις απαιτήσεις μου ώστε να μπορέσω να βρώ μια δουλειά που θα μου προσφέρει μέλλον ως άνθρωπο».

΄Μετά και αφού του τα έχω πεί αυτά, σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τα σκεφτεί ποτέ, γιατί έτσι είναι ο ίδιος, μου λέει και ένα » καλό θα είναι να το συνηθίσεις να το δεκτείς ότι έτσι θα είναι η ζωή σου, και να κόψεις τα ταξιδάκια και όλα τα άλλα, να το καταλάβει και το παιδί ότι είμαστε φτωχοί και να τελειώνουμε»…

Και μέσα μου, κάθε άλλο παρά στεναχωρημένη νοιώθω, γιατί έχω ήδη θέσει το χρονοδιάγραμμα των 2 ετών για να φύγω η ίδια από εδώ, γιατί το μέρος ούτε με καλύπτει ούτε με σέβεται και δεν προκειται να σεβαστεί ούτε το παιδί μου ούτε τις ικανότητές του.

Ετσι είναι, πολύ απλά…

Πάντως την ασφάλεια δε τη πληρώνω…

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΚΑΙ Η ΧΑΡΗ!!

Σήμερα θα σας αιτιολογήσω το πώς πήρα το όνομά μου!!!

Η ιστορία πάει πολύ πίσω, πρίν γεννηθώ εγώ, και συγκεκριμένα στη γέννηση της αδελφής μου.

Η αδελφή μου, γεννήθηκε σε μια εποχή που ο υπέρηχος για το φύλο του παιδιού ήταν ασήμαντος, τότε που «έκανες αγόρι» αν καθόσουν σε ψαλίδι και κορίτσι αν η κοιλιά σου ήταν πλατιά και τα μπούτια σου μεγάλα!!!

Σαν έμεινε έγκυος η μαμά μου, ο κρυφός πόθος του παππού και της γιαγιάς, από της μάνας μου τη μεριά, ήταν να κάνει αγόρι, για να πάρει το όνομα του παππού «Παχόμιος»!!!

Το γεγονός ότι ο πατέρας μου είχε χάσει τον δικό του πατέρα όταν ήταν 16 χρονών, και σύμφωνα με τη παράδοση το αγόρι της οικογένειας παίρνει το όνομα του πατέρα του πατέρα του, καθόλου δεν ενδιέφερε τον παππού μου εν ζωή, που είχε στηλώσει τα πόδια και ήθελε διακαώς να ονομάσει το εγγόνι του Παχόμιο!!!

Σαν γεννήθηκε η αδελφή μου, στο μαιευτήριο ο  παππούς είπε «να μας ζήσει το Ερυδυκάκι!!» και από τότε μέχρι και την ημέρα της βάπτισης της αδελφής μου την φώναζαν Ευρυδίκη, όχι γιατί αγαπούσαν τη συμπεθέρα τους, αλλά γιατί ήλπιζαν ότι το δεύτερο παιδί που θα έκανε η μάνα μου και ήταν αγόρι θα έπαιρνε το όνομα του παππού Παχούμιου, εφόσον το πρώτο παιδί πήρε το όνομα από το σόι του μπαμπά…

Στην ημέρα της βάπτισης της αδελφής μου, όλοι περίμεναν να ακουστεί το όνομα Ευρυδίκη, αλλά ο πατέρας μου είχε άλλα σχεδιασμένα, και ξαφνικά ο παπάς φώναξε «Ελένη», η γιαγιά έπεσε ξερή και ο παππούς κρατούσε μούτρα στο πατέρα μου για κάμποσο διάστημα.

Η μαμά μου πολύ σύντομα έμεινε ξανά έγκυος, αλλά το παιχνίδι ήταν σικέ, που λέμε, ότι και να έβγαινα δεν είχε σημασία εφόσον δε θα λεγόμουν «Παχόμιος».

Όταν γεννήθηκα φώναξαν να μας ζήσει το Ευρυδικάκι, με βάπτισαν, όπως προβλεπόταν, και ξεκίνησα να μεγαλώνω και εγώ και να γίνομαι πολύ κωλόπαιδο, και όποτε με έβλεπε η γιαγιά μου η κρητικιά, της ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι!!! Τόσο καλό παιδί ήμουν.

Ευτυχώς για εκείνη με έβλεπε μόνο για 1 μήνα το χρόνο΄, κάθε Αυγουστο που πηγαίναμε οικογενειακώς να την επισκεφτούμε στη Κρήτη, και η κακομοίρα, θαρρώ πως μετρούσε τις μέρες ζωγραφίζοντας στο τοίχο του δωματίου της, περιμένοντας να φύγω πάλι να ησυχάσει.

Στο σπίτι μου δε, οι γονείς μου περνούσαν και εκείνοι τον Γολγοθά τους με τα καμώματά μου, η γιαγιά μου , η πατρινιά, μου φώναζε ότι έχω και τη χάρη έχω και το όνομα της γιαγιάς της Φριφρής, και επειδή το όνομά μου ήταν πολύ μακρύ για να το σέρνω σε τόσο μικρή ηλικία, και επειδή την πρώτη μου ξαδέλφη με το ίδιο όνομα, την φώναζαν Βίκυ, έτσι με φώναζαν και μένα.

Αν και μέχρι να παντρευτώ, μη σου πώ, ο πατέρας μου δε με είπε ποτέ με το όνομά μου, αλλά με φώναζε μικρήήήήή, έτσι, μακρόσυρτα, γιατί πάντα έκανα σκανταλιές και η μάνα μου του φώναζε να μου πεί καμιά κουβέντα επιτέλους!!, ενώ η μάνα μου με φώναζε «Βρε Τέρας!!!», η γιαγιά μου η πατρινιά «μωρή γαιδούρα!!!», η θεία μου «μουσχάρα», και η γιαγιά η κρητικά «Βίίίτσι!!!», και εκείνη παρατεταμένα γιατί πάντα είχε ένα παράπονο το όνομά μου….

Εγώ πάλι ήθελα να με φωνάζουν με ολόκληρο το όνομά μου, αλλά δε το κατάφερα ποτέ, ούτε στο γυμνάσιο, που συστηνόμουν στους καθηγητές ως Ευρυδίκη, ενώ εκείνοι με φώναζαν με το επίθετο.

Αλλά όταν προσλήφθηκα στη δουλειά μου, συστήθηκα ως ήθελα και από τότε εδώ και 17 χρόνια, έτσι με ξέρει όλος ο κόσμος που με γνωρίζει.

Από τότε βέβαια που μετακόμισα στη Κρήτη και νταλαβερίζομαι με άτομα που με ήξεραν ως Βίκυ και με εκείνα που με γνώρισαν ως Ευρυδίκη, γίνεται ένα μπάχαλο λίγο, αλλά δε πειράζει…

Τουλάχιστον έχω εδραιωθεί με ολόκληρο το όνομά μου, μια που ένα απλό Βίκυ δε ταιριάζει πλέον .. ούτε στα κυβικά μου!!!

Μμμμμ με φαντάζομαι γριά με τα άσπρα μου μαλλιά και τους γύρω να με φωνάζουν «κυρά ΄Βρυδίκη κυρά ‘Βρυδίκη» και μου αρέσει πολύ η εικόνα!!!

 

 

ΤΣΑΓΚΑΡΟΔΕΥΤΕΡΑ..

Γειά σας καλά μου παιδάκια… Θα έλεγε η δασκάλα αν ήμασταν στο σχολείο 30 χρόνια πρίν…

Την προηγούμενη βδομάδα, στο άρθρο μου, «Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ», είχα μεγάλη επιτυχία και αρκετοί από εσάς τους φανατικούς μου ρίντερς όντως νομίσατε ότι την έκανα και πήγα στας Αγγλίας για μόνιμα.  Πολλοί από εσάς είπατε από μέσα σας» επιτέλους μας τα είχε πρήξει με την Αγγλία και με την Αγγλία στα τσακίδια!!!», και μη το αρνείστε!!

Το καλό είναι ότι κάποιος μου σύστησε να το συνεχίσω και να το φτιάξω σε ένα μυθιστόρημα  που θα είναι και πολύ της εποχής μας, και θα προσπαθήσω πραγματικά να το βιβλιοδέσω, ακόμα και αν αυτό σημαίνει να το εκτυπώσω απλώς και να του κάνω 2 τρύπες στη αριστερή του άκρη και να βάλω μια κορδελίτσα εκει πέρα και να το δίνω από εδώ και από εκεί να το διαβάζουν, όπως ακριβώς έκανα και όταν ήμουν στο γυμνάσιο και έγραφα μίνι ιστορίες και τις έδινα στα παιδιά στο σχολείο να τις διαβάσουν.

Οπότε και γράφω ήδη το δεύτερο κεφάλαιο με διάφορες περιπέτειες των ηρώων, βασικά αυτά που πιστεύω ότι θα ζούσα αν είχα ήδη φύγει για έξω.

Από τη μία είναι μια μέθοδος εκτόνωσης στη φαντασία μου, για το πώς πιστεύω ότι θα ήταν τα πράγματα αν τη κάναμε τώρα, από την άλλη είναι και μια μέθοδος προετοιμασίας για το ενδεχόμενο που φύγουμε.

Αν και το Σάββατο που μας πέρασε, πηγαίνοντας στη κοπή τη πίτα της δουλειάς μου, μας διαβεβαίωσαν ότι όλα είναι μια χαρά και το δεύτερο εξάμηνο θα σκίσουμε , ότι κανείς δε πρόκειται να χάσει τη δουλειά του, και ότι η εργασία μας όπως τη ξέραμε δεν θα είναι ποτέ η ίδια, κάθε άλλο παρά αισιοδοξία μου γέμισαν τα συκώτια μου…

Ιδίως εκεί που είπαν, «να βοηθήσει η Παναγία και Χριστός να πάνε όλα καλά», φαντάζεσαι πόσο σίγουροι είναι για τη πορεία της οικονομίας της τράπεζας και της χώρας!!!!

Οπότε και εγώ, συνεχίζω τη συγγραφή του δεύτερου κεφαλαίου μου, τα όνειρα μου, όπως λεει η Στεφανία μου, τις κρεμούλες μου, και τα σχέδια για ταξίδια αναψυχής γιατί, τίποτα δεν είναι σίγουρο και μόνιμο…

Το μόνο που έχει σημασία φίλοι μου, είναι να είμαστε καλά μέσα μας!! Θα μου πείτε «σιγά τα αυγά ρε ζουντόβολο».

Εεε, δυστυχώς αυτό το φανταστικό κεφάλι μου με τη φανταστική ξανθιά χαίτη, δεν έχει τίποτα άλλο να σας διδάξει ως ηθικό δίδαγμα αυτή την εβδομάδα…

Την άλλη φορά, ίσως να είμαστε πιο φίτ!!!

Αντε καλή μας εβδομάδα!!!

 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ…

Μια μικρή βαλίτσα στο ένα χέρι, ένα μικρό χεράκι στο άλλο, ενας χαρτοφύλακας χιαστί στο στέρνο και το σκουφάκι μου στο κεφάλι.

Το μικρό χεράκι κρατά μια μικρή τσαντούλα στο άλλο χέρι, και ένα τσαντάκι χιαστί στο στέρνο.. είναι τόσο γλυκιά με το σκουφί της στο κεφάλι, αυτό με τη ρόζ γατούλα και το άσπρο παπιγιόν.

Όλα τα υπάρχοντα μας χωράνε στη μικρή βαλίτσα που με χάρη κουβαλάω και προσπαθώ να κρύψω όσο μπορώ το άγχος και τη στεναχώρια μου, πίσω από το χαμόγελο, όταν με κοιτά η μικρή λουλού μου κλεφτά, με απορία… θα τα καταφέρουμε;;

Αφήνουμε το σπίτι μας, το μεγάλο, με την εσωτερική ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στην κουζίνα στο δεύτερο όροφο, το μεγάλο μας υπνοδωμάτιο με το τεράστιο κρεβάτι, τη βιβλιοθήκη με τα όμορφα βιβλία μου, στο σαλόνι και τους υπέροχους καναπέδες , τους χειροποίητους με το μεταξωτό κάλυμμα, τα καλά μου κρύσταλλα και το σκαλιστό σεκρετερ…

Αφήσαμε τα περίτεχνα σεντόνια της γιαγιάς, και τα σεμέν με τα ασορτί τραπεζομάντηλα, τυλιγμένα προσεχτικά στα συρτάρια.

Αφήσαμε το βεστιάριο μου, το δωμάτιο ντουλάπα, όπως ακριβώς το βλέπεις στα αμερικάνικα έργα, με τα ρούχα μας, τα καλά φουστάνια τα πουκάμισα και τις δερμάτινες γόβες μου.

Μόνο αθλητικά πήρα μαζί και αυτά που φοράμε καθώς περπατάμε στο διάδρομο που οδηγεί στην έξοδο από το αεροδρόμιο της πόλης που θα μας φιλοξενήσει για κάποια χρόνια.

Το σπιτάκι που θα μας κρατήσει ζεστούς και ασφαλείς είναι μικρό, μονόχωρο με μια μικρή κουζίνα και ένα μικρούλι μπάνιο.. προσωρινό είναι, ίσα να βγάλουμε τους πρώτους μήνες της προσαρμογής μας, μέχρι να βρώ το πρόγραμμά μας τα οικονομικά μας, και μετά, έχει ο Θεός, θα ψάξω για κάτι μεγαλύτερο, να έχει τουλάχιστον δικό της δωμάτιο η λουλού, και έναν κήπο…

Οι παλιοί έλεγαν, πολύ σωστά όμως, σπίτι όσο χωρείς και γή όσο θωρείς!!!

Στη πατρίδα μας έπρεπε να διαλέξω.. ή θα ζούσα με πολύ οικονομία και κόπο και τρεχάλα για τα επόμενα 3 με 5 χρόνια όπως τώρα και μετά το χάος, ή θα έκανα την αλλαγή στη πορεία της ζωής ώστε να ζήσω με ζόρι τα επόμενα 20 χρόνια για να απολαύσω με ηρεμία τα άλλα που θα έρχονταν.

Περικοπές στο μισθό, έξοδα που συνεχώς αυξάνουν, παιδεία ανύπαρκτη για το παιδί, τα φροντιστήρια ακριβά, ο χρόνος περιορισμένος να προσφέρω έστω τα δικά μου φώτα, οι πειρασμοί για εκείνην μεγάλη, εύκολο παραστράτημα.. λίγα μπορούσα να κάνω εφόσον έλειπα ατελείωτες ώρες από το σπίτι για να πληρώνονται οι λογαριασμοί. ..

Θα είναι δύσκολα, πολύ δύσκολα..

Θα έρχονται βράδια που θα κλαίω και θα αναρωτιέμαι αν έκανα τη σωστή επιλογή, αλλά θα έχω δουλειά, ώρες που θα μπορώ να διαλέγω, για να βρίσκομαι κοντά της όταν με χρειάζεται, θα γνωριστούμε σιγά σιγά με τους άλλους Έλληνες που βρίσκονται εδώ, σε λίγο καιρό θα έρθουν και οι γονείς μου, θα μαζευτούμε… θα τα καταφέρουμε.. αρκεί να είμαστε μαζί…

Ψάχνω στη τσέπη μου για τα κλειδιά του νέου μας σπιτιού, καθώς βρισκόμαστε στο ταξί..

Βρίσκω το μπρελόκ, και το δίνω στη μικρή λουλού να το κρατήσει. Ξαφνικά και εκείνη μεγάλωσε απότομα, σοβάρεψε. Πόσες σκέψεις θα περνάμε από το κεφαλάκι της.. Οι φίλοι της που άφησε, τα γνώριμα μέρη που περπατούσε, το σχολείο της..

Όμως καταλαβαίνει ότι δε γινόταν αλλιώς, συνεχώς αρνιόμουν να τη στείλω σε πάρτυ, την καλούσαν σε όλο και λιγότερα έτσι και αλλιώς, τα μαθήματά της τα έκανε μόνη της, οι ώρες που περνούσε μόνη της ή με τη γιαγιά της ήταν περισσότερες, της έλειπα….

Δεν έπερνα βλακείες από το σούπερ μάρκετ πιά, σε αρκετές απαιτήσεις της να της πάρω διάφορα πράγματα της έλεγα «δεν έχουμε αρκετά χρήματα»..

Εδώ τουλάχιστον θα είναι πιο φθηνά τα γλυκά στα σουπερ μάρκετ.  Δε θα στεναχωριέμαι όταν χαλά τα παπούτσια της και χρειάζεται να πάρουμε καινούρια.

Εξάλλου θα είναι για λίγο, ο μισθός μου θα είναι μεγαλύτερος από ότι στην Ελλάδα, θα μπορούμε να πηγαίνουμε το καλοκαίρι για διακοπές. Θα στέλνουμε πράγματα πίσω για όταν θα ξαναγυρίσουμε στο σπίτι μας.

Δε γινόταν αλλιώς, δε θα είχαμε σπίτι για πολύ… Θα το έπαιρνε η τράπεζα.  Ενώ τώρα, «η μαμά θα μπορεί να πληρώνει τη δόση του στεγαστικού με μόλις μιάς βδομάδας δουλειά!» σκέφτεται η μικρή λουλού…

Ίσως να έρθει τελικά και ο άντρας.. θα δεί πως δε γίνεται τίποτα.. ίσως…

«Φτάσαμε λουλού μου» ψιθυρίζω στο αυτί της, αλλά το άκουσε ο ταξιτζής μας…

«Ελληνες είστε;;; Καλωςήρθατε!!!!» μας φωνάζει και ένα πλατύ χαμόγελο κρεμιέται από το ένα αυτί του στο άλλο.

«Είναι καλή γειτονιά εδώ πέρα, εμείς μένουμε 5 τετράγωνα παρακάτω, οι δυό σας είστε μόνο; Αν χρειαστείτε τίποτα να μας πάρετε τηλέφωνο! Να εδώ είναι η κάρτα μου, έχω ένα αγοράκι 8 ετών. Εχει και εκκλησία στην άκρη της πόλης, όλο και περισσότεροι μαζεύονται κάθε κυριακή. θα δείτε θα είστε μια χαρά όλα καλά θα πάνε!!!!» πολλές και χρήσιμες πληροφορίες σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.

«Ευχαριστούμε, θα τα πούμε!!!» είπα καθώς έκλεινα τη πόρτα του ταξί.

Ένα χαμόγελο της λουλούς, αυτή τη φορά αληθινό έκανε τη καρδιά μου να ηρεμήσει λίγο.

Όλα καλά θα πάνε..

Γυρίζοντας το κλειδί στη πόρτα του μικροσκοπικού σπιτιού μας, με πιάνει μια αγωνία, και καθώς ανοίγω το φώς νοιώθω σα να πηγαίνω πρώτη φορά στο σχολείο…

Ο χώρος είναι κρύος μικρός και άδειος, και στη ακρούλα του έχει τη πόρτα του υπνοδωματίου, που είναι ανοικτή και φανερώνει ενα κρεβάτι και ενα τραπεζάκι δίπλα του.

Με έναν αναστεναγμό ανοίγω τη μικρη βαλίτσα και βγάζω ενα σεντόνι και μια κουβέρτα και τα στρώνω γρήγορα στο κρεβάτι.  Ανοίγω το καλοριφέρ να ζεσταθεί η ατμόσφαιρά λίγο και βγάζοντας τα παπούτσια μας, πέφτουμε στο κρεβάτι να ξεκουραστούμε.

«¨Αυριο θα πάμε στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσουμε κάποια πράγματα, να βρούμε και κάτι να ομορφύνει λιγο το μέρος, κανένα κάδρο…»

«Εχεις λεφτά μαμά για όλα αυτά;;» με ρωτά η λουλού μου.

«Θα ανοίξουμε αυτό… το θυμάσαι;;» της λέω και της δείχνω ενα κουμπαρά που βγάζω από τη βαλίτσα…

«Πριν κάμποσο καιρό μάζευα χρήματα για το σπίτι μας στην Αγγλία, δε ξέρω πόσα έχει μέσα, θέλεις να τα μετρήσουμε;;; Θα τα χαλάσουμε όλα!!! θα πάρουμε ότι σου αρέσει!!!» της λέω και φωτίζεται το προσωπάκι της από τη χαρά της.

«Ναι θα πάρω αυτοκόλλητα που φωσφορίζουν, και αυτοκόλλητα με χρυσόσκονη!!! Να πάρουμε και γλυκάκια με σοκολάτα;; να παίρνω στο σχολείο!! …

Και ξαπλωμένη καθώς είναι αριθμεί τι θα πάρει αύριο…

Το δωμάτιο ζέστανε, τα φώτα από τα απέναντι σπίτια φαίνονται από το παράθυρο και ξαφνικά δεν είμαστε μόνοι μας..

«Να πάρουμε και κουρτίνες!!! και ωραίες πετσέτες!! και παντοφλίτσες ζωάκια!!! και κανένα βάζο με λουλούδια ;;; και μια γλαστρούλα με λουλουδάκι;; Μαμά να πάρουμε και γλαστρούλες με βότανα!! Είναι πολύ χρήσιμα και τα χρειάζεσαι!! δε θα είναι πεταμένα λεφτά!!!…

¨»Μαμά;;; θα έρχεσαι να με πάρεις από το σχολείο;;» με ρωτάει με φόβο.

«Ναι λουλού μου, θα δουλεύω μόνο όταν εσύ εισαι στο σχολείο και θα σχολάω μια ώρα πρίν σχολάσεις εσύ» της λέω,» και θα έχω χρόνο να μαγειρεύω κάτι και να σε παίρνω από το σχολείο, να διαβάζουμε….»

«Μαμά..» με διακόπτει..» μη φοβάσαι όλα καλά θα πάνε!!!¨»

«Ναι, όλα καλά θα πάνε, άντε να κοιμηθούμε τώρα».. της λέω καθώς κλείνει τα μάτια της και έρχεται κοντά μου.

Πρώτη μέρα στη νέα μας ζωή…

…….»ματιά στο μέλλον που φοβάμαι να κοιτάξω»….