ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ

Η Μαρία και ο Μανώλης γνωρίστηκαν όπως όλα τα νεαρά ζευγάρια της εποχής τους και αγαπήθηκαν από τις ματιές που έριχναν ο ένας στον άλλον.  Ηταν και οι δύο τους γύρω στα 20, και έζησαν την εποχή που, για να πιάσεις το χέρι μιας κοπελιάς θα έπρεπε να την έχεις αρραβωνιαστεί πρώτα.

Μα ο Μανώλης δεν ήθελε τίποτα άλλο στη ζωή του εκτός από εκείνη.. Είχε ένα χαρούμενο πρόσωπο, όχι , δεν ήταν όμορφη, απλά συμπαθητική, αλλά και εκείνος δεν ήταν δα και ο σούπερ γκόμενος.  Κοντός, πολύ αδύνατος, και φτωχός.

Οι γονείς του ήταν εξίσου άνθρωποι που προσπαθούσαν να βγάλουν την ημέρα, τίποτα παραπάνω.  Ο πατέρας του εργαζόταν στα απορριμματοφόρα και η μάνα του είχε άλλα 2 παιδιά. Ήταν όμως πολύ στρίγγλα αδερφάκι μου… Τα παιδιά εφόσον ήθελαν να πάνε σχολείο θα έπρεπε να δουλέψουν γιαυτό. Λεφτά δεν περισσεύανε για πολυτέλειες!! Και το σχολείο ήταν πολυτέλεια!!

Παρόλα αυτά και τα 3 παιδιά κουτσοβγάλανε το σχολείο και δουλεύανε σα τα σκυλιά.

Η μάνα τους, ποτέ δεν τους είχε προσφέρει ένα χάδι, πόσο μάλλον να τους μάθει πώς να αγαπάνε ο ένας τον άλλον, αυτά ήταν ψιλά γράμματα.

Όταν όμως σκίρτησε η καρδιά του Μανώλη, εκείνος τότε κατάλαβε ότι στη ζωή υπάρχει και κάτι που δε χρειάζεται λεφτά για να δουλέψει, δε ζητάει τίποτα σε αντάλλαγμα και σε κάνει να αισθάνεσαι ωραία και ζωντανός!!!

Και μόνο όταν την αντίκρυζε ένοιωθε έτσι!!

Η Μαρία έκλεινε τα 17 όταν τυχαία συναντήθηκαν οι δυό τους, ή σωστότερα, όταν οι ματιές τους συναντήθηκαν, σε μια από τις βαρετές οικογενειακές εξόδους που είχε για παγωτό και περίπατο στη ακροθαλασσιά.

Αχχ, ο κόσμος είναι τόσο μικρός όταν αγαπάς.. Πολύ σύντομα ο Μανώλης έμαθε ονόματα, διευθύνσεις οικογενειακή κατάσταση, ύψος, βάρος.. τα πάντα!!!

Τα ραβασάκια πηγαίναν σύννεφο, εε βοηθήσε και η αδελφή της Μαρίας που ήταν μεγαλύτερη και εργαζόταν, οπότε και έβγαινε λίγο έξω από το σπίτι.  Γιατί στο σπίτι της Μαρίας, μόνο όσοι εργάζονταν μπορούσαν να κυκλοφορούν έξω χωρίς συνοδεία πατρική.  Αυτοί ήταν οι κανόνες μια σωστής μαζεμένης οικογένειας της εποχής.

Σιγά σιγά το πάθος φούντωνε, τα ραβασάκια πλήθαιναν και κάποια στιγμή ο Μανώλης έκανε το μεγάλο βήμα.. Να πάει να τη ζητήσει!!

Στην αρχή ο πατέρας της, δεν πολυήθελε αυτό το γάμο.  Η οικογένεια του Μανώλη δεν ήταν και καμία της προκοπής, από τρόπους εννοώντας, δεν τον ένοιαζε που ήταν φτωχοί, ο Μανώλης ήταν δουλευταράς, δε θα της έλειπε τίποτα της γυναίκας του, ούτε τον ένοιαζε που ο πατέρας του ήταν σκουπιδιάρης, η δουλειά δεν είναι ντροπή.  Είχε μάθει όμως ότι ο πατέρας του έπαιζε μπαρμπούτι, αλλά έτσι από χόμπι, και δεν του καλοάρεσε.

Εξάλλου, όπως όλοι οι γονείς, ήθελε η κόρη του, που της είχε και αδυναμία να πάρει ένα παλικάρι ψηλό, μορφωμένο και καλλιεργημένο, από καλή οικογένεια και να την έχει βασίλισσα.

Έτσι δεν έδωσε το χέρι της κόρης του…

Τότε η Μαρία έπεσε να πεθάνει.. Τον ήθελε απεγνωσμένα!!

Όχι γιατί τον είχε ερωτευθεί, όλα αυτά ήταν απλά ενας ενθουσιασμός, που κάποιος ενδιαφερόταν για εκείνην, της άρεσε περισσότερο το παιχνίδι μεταξύ τους και όχι η σοβαρή εξέλιξή του και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε εκείνη παιδιά και σκοτούρες.  Ευθύνες!! Απαπαπαπα!!!

Όμως είχε βαρεθεί εκει μέσα… Η μάνα της την έβαζε να κεντάει και να πλέκει και βαριόταν αφόρητα!!

Η μάνα της την έβαζε να μαγειρεύει και δεν την άρεσε καθόλου, ούτε να πλένει, ούτε να καθαρίζει… Εκείνη ήθελε μόνο να κάνει θελήματα έξω, να μαθαίνει νέα, να βλέπει κόσμο να μιλάει και να κουτσομπολεύει.

Ο Μανώλης ήταν η ευκαιρία της.. Δεν ήθελε να περιμένει πότε ο πατέρας της θα της προξένευε κανένα γαμπρό, μπορεί να μην γινόταν και ποτέ, έπρεπε να πάρει τον Μανώλη εδώ και τώρα!!

Έριξε κλάμα, κλειδώθηκε στο δωμάτιο της, δεν έτρωγε, ώσπου, μια μέρα που ο Μανώλης είχε έρθει κάτω από το παράθυρό τους να της κάνει καντάδα, ο πατέρας της πείστηκε και έδωσε το χέρι της επιτέλους στο Μανώλη που πηδούσε μέχρι τον ουρανό από τη χαρά του!!!

Οι ετοιμασίες του γάμου έγιναν γρήγορα, ο μαμά της Μαρίας συμβούλευε την μέλλουσα νύφη για τις υποχρεώσεις της ως σύζυγος και δεν της άρεσε καθόλου όλη αυτή η κουβέντα..

Η μέλλουσα πεθερά της, επειδή έβλεπε ότι η νύφη δεν είναι και καμιά σόι, σε ότι αφορούσε το σπιτικό την καθαριότητα και το μαγείρεμα, πετούσε συνεχώς τις κακίες της και έδειχνε την αντιπάθειά της, κάνοντας συνεχώς σχεδόν αποκλειστικά κουμάντο σε όλα.

Η μαμά της Μαρίας  το έβλεπε αυτό, και έβλεπε και τη κόρη της που δεν ήταν στην ουσία έτοιμη να παντρευτεί και της έλεγε συνέχεια, ότι θα έπρεπε να διαλύσει το γάμο πρίν κάν ακόμα αρχίσει, γιατί δεν ήταν άνθρωποι εκείνοι για αυτούς, θα ταλαιπωριόταν στη ζωή της.  Όμως η Μαρία ήταν αποφασισμένη.  Θα έκανε εκεί ένα πιάτο φαί, θα έκανε και ένα συγύρισμα και μετά θα πήγαινε έξω, για ψώνια για κουβεντούλα, μέχρι να έρθει ο άντρας της από τη δουλειά και μετά εντάξει.

Ο γάμος έγινε, στη γαμήλια φωτογραφία, η Μαρία μόνο χαμογελούσε, η μαμά της και μπαμπάς της ήταν σκεφτικοί και σοβαροί.

Μόλις παντρεύτηκαν η Μαρία έκανε εξήγηση στον άντρα της ότι δεν ήθελε να κάνει παιδιά, τουλάχιστον όχι στην αρχή, και εκείνος δεν έδειξε να τον νοιάζει.

Όμως από τη στιγμή που παντρεύτηκαν, τίποτα δεν ήταν ίδιο όπως πρίν, ούτε κάν καλύτερο.  Εκείνος δούλευε σχεδόν όλη μέρα, εκείνη ήταν σπίτι και δεν πήγαινε για ψώνια καθώς ήταν δύσκολα τα οικονομικά τους.  Η πεθερά της Μαρίας  συνεχώς της έκανε παρατηρήσεις.  Και όταν ερχόταν ο Μανώλης άκουγε συνεχώς μια μουρμούρα!!!

Σιγά σγιά οι ώρες που περνούσε σπίτι ήταν ελάχιστες, για ένα πιάτο φαγητό και ένα ύπνο, άφηνε λεφτά για να ψωνίσει η γυναίκα του το φαγητό της ημέρας και έφευγε, η μουρμούρα ήταν αδιάκοπη!!!

Πέρασαν 3 χρόνια και όλοι ρωτούσαν γιατί η Μαρία δεν κάνει παιδιά!! Και μαζι με όλους τους άλλους και η πεθερά της.

Δεν ήξεραν βέβαια ότι η Μαρία  είχε ζητήσει από τον άντρα της να μην κάνει.

Αλλά πές πές άρχιζε και εκείνη και έλεγε ότι «έπρεπε» να κάνει ένα.  Ένα ήταν αρκετό!! Για να μην φωνάζουν, να μην λένε ότι είναι στείρα.

Το ειπε στον άντρα της και μετά από λίγες μέρες έμεινε έγκυος.

Η ιδέα της εγκυμονύσης της άρεσε!! Ξαφνικά όλα είχαν αποκτήσει ένα ενδιαφέρον, όλοι μιλούσαν για εκείνη, για το μωρό, η μουρμούρα σταμάτησε αρκετά, ο πατέρας της πρότεινε να φτιάξει ένα ιδιόκτητο διαμέρισμα πάνω από το δικό του για να μένουν, γιατί τώρα με το παιδί θα είχαν περισσότερα έξοδα, τουλάχιστον να μην είχαν και νοίκια.

Το σπίτι τελείωνε σχεδόν ταυτόχρονα με την εγκυμοσύνη της, αλλά στον Μανώλη δεν άρεσε καθόλου το γεγονός ότι θα έμενε πάνω από τους γονείς της.  Δεν ήθελε να του λένε ότι δεν μπορεί να θρέψει την οικογένειά του..

Εκείνη πάλι ήθελε να έχει τη μάνα της κοντά, να τη βοηθάει στο παιδί, να έχει κάποιον να μιλάει, όταν ο άντρας της θα ήταν στη δουλειά, είχε σκυλοβαρεθεί εκεί πέρα που έμεναν οι δυό τους.

Το μωρό γεννήθηκε, με πολλά βάσανα…

Η |Μαρία όταν την πιάσαν οι πόνοι, της ήρθαν μαζί και όλα αυτά που επωμίζεται μια μάνα ΓΙΑ ΟΛΗ ΤΗΣ ΤΗ ΖΩΗ!!   Ευθύνες!!!, κλεισούρα, γκρίνια, αλλά κυρίως Ευθύνες.

Ετσι μέσα στην άιθουσα τοκετού μάταια ο γιατρός προσπαθούσε να τη ξεγεννήσει.  Εκείνη είχε σφίξει τα πόδια της και δεν κουνούσε ρούπι. Να φωνάζει να τσιρίζει, αποκλείεται!!! Μωρό δε θα γεννιόταν.

Ο γιατρός αναγκάστηκε να βάλει μέσα τη μάνα της για να μπορέσει να τη συνετίσει γιατί είχε πάθει αμόκ και υπήρχε κίνδυνος να πεθάνει το μωρό.

Τελικά με πολύ ζόρι και με τη βία, από μεριά της Μαρία γεννήθηκε ο γιός του ζευγαριού…

Ένα μαλλιαρό μωρό μαύρο μαύρο, ο Μανώλης ήταν πανευτυχής για το γιό του. Πήγαινε πάνω στο κουνάκι του και του τοποθετούσε εικόνες της  Παναγίας να το φυλάει.

Η Μαρία  τελικά μόλις το αντίκρυσε το μωρό και το πήρε στην αγκαλιά της δεν το άφησε ποτέ ξανά.

Σε λίγο καιρό μετακόμισαν και στο καινούριο τους σπίτι και τα πράγματα φαίνονταν ότι είχαν μια καλύτερη προοπτική πλέον.

Ο ΄Μανώλης βρήκε μια καλύτερη δουλειά που έβγαζε περισσότερα λεφτά από πρίν, όμως η συμπεριφορά και των δύο τους ήταν απαράδεκτη.

Εκείνη, πού την έχανες πού την έβρισκες στην μάνα της, γυρνούσε στο σπίτι με κάτι παλιόρουχα με τα μαλλιά πιασμένα αλογοουρά, κάθε μέρα να αναμασά τα ίδια και τα ίδια, να μουρμουράει για το γεγογός ότι η πεθερά της σώνει και καλά της είπε ότι το παιδί θα έχει το όνομα του πεθερού της, ενώ οι δικοί της οι γονείς προσέφεραν το σπίτι που έμεναν.  Σιγά σιγά άρχισαν οι βρισιές, «δικό μου είναι το σπίτι εσύ δεν έχεις τίποτα, σκουπιδιάρης ήταν ο πατέρας σου» και διάφορα τέτοια νόστιμα.

Όλα αύτά γίνονταν με το μικρό της γιό στην αγκαλιά.  Σχεδόν ταυτόχρονα ξαναέμεινε έγκυος, δεν το πήρε χαμπάρι και όταν το κατάλαβε ήταν πολύ αργά για να το ρίξει.  Γιατί εκείνη δεν ήθελε άλλα παιδιά.

Μεγαλώνοντας το παιδί στη κοιλιά της, μεγάλωνε και το μίσος της για το ίδιο της το σπλάχνο, και για τον άντρα της.  Μόνο ο γιός της είχε σημασία.  Εκείνος απολάμβανε τα χάδια και τα κανακέματα των παπούδων του των θειάδων του και περνούσε ζωή χαρισάμενη!!

Όταν γεννήθηκε και το επόμενο μωρό, ένα κοριτσάκι, εκείνη έστρεψε το βλέμμα της από την άλλη μεριά. Δεν τον ήθελε.  Εκείνο έκλαιγε απεγνωσμένα ώσπου ημερών που ήταν έπαθε λαρυγγίτιδα και ο γιατρός της είπε ότι ούτε κίχ δεν έπρεπε να βγάλει το μωρό για να γίνει καλά.

Ετσι με μεγάλη της λύπη άφησε από την αγκαλιά της το γιό της και έπιασε να κουνά τη κόρη, τόσο όσο ήθελε για να γίνει καλά.  Μετά τέλος.

Τα χρόνια περνούσαν, οι φασαρίες πλήθαιναν, άρχισαν οι ξυλοδαρμοί, ο Μανώλης εξαφανιζόταν ώρες από το σπίτι, αφήνοντας όμως πάντα χρήματα για το φαγητό τους.

Δεν άργησε να βρεί και ερωμένη, ερωμένες πιο σωστά.

Η Μαρία δεν του καθόταν,  είχε τελειώσει αυτή η υποχρέωση της, δεν την άρεσε κιόλας αυτό το πράγμα που γινόταν ανάμεσά τους, αλλά παρόλα αυτά, όταν μάθαινε για τις ερωμένες του και ιδίως όταν έμαθε για μια συγκεκριμένη που σοβάρεψε η κατάσταση ανάμεσά τους, έμφανιζόταν με τα μωρά στην αγκαλιά και χαλούσε το προξενιό.

Δεν είχε σημασία που κάθε μέρα διαολόστελνε τον άντρα της, ότι τον έλεγε άχρηστο, ότι του έλεγε να φύγει από το σπίτι της, ήθελε όμως να μένουν μαζί σε αυτή τη μιζέρια.  Τι θα έλεγε ο κόσμος μεθαύριο, για τα παιδιά της, πώς θα τα πάντρευε αν έμενε ζωντοχήρα;;

Και περνούσαν τα χρόνια, και μεγάλωνε εκείνη τα παιδιά, εκείνος και το μίσος που έτρεφαν, εκείνη για τον άντρα της και για τη κόρη της, ο γιός της για την αδελφή του,  οι δικοί της για τον γαμπρό τους, ένας αχταρμάς!!!

Για να τον αφήσει, ούτε λόγος!!! ‘Θα αναγκαζόταν να δουλέψει στο μαγαζί της οικογένειας, όπως της είχε προτείνει η μάνα της. Βαριά η καλογερική.

Δε βαριέσαι, ήταν πιο εύκολο να μουρμουράει για το πόσο δύσκολη και άδικη ήταν η ζωή της.  Μόνο εκείνη είχε δίκιο. Για όλα έφταιγε εκείνος!!!

Πέρασαν και άλλα χρόνια, τα παιδιά μεγάλωσαν, ακολούθησαν θέλοντας και μη, το πεπρωμένο τους, προς μεγάλη απογοήτευση της Μαρίας που άλλα σχέδια είχε κάνει για τα παιδιά της και κυρίως για το γιό της, για τη κόρη της ούτε καρφάκι δε καιγόταν.

Στο γιό της είχε κανονίσει την πιο καλή τύχη.  Είχε βρεί μια άβγαλτη καλή κοπέλα από σπίτι, με περιουσία και τρόπους, με αρχές και σωστή οικογένεια και πίστευε ότι ο γιός της θα μάθαινε εν τέλει να ζεί όπως πρέπει, θα κουκουλωνόταν κάτω από το προστατευτικό πάπλωμα της νέας του οικογένειας και θα ησύχαζε από εκείνον.

Αυτό όμως δεν ήταν ότι ο γιός της ήθελε για τη ζωή του, εκείνος ήθελε ελευθερία , ανεμελιά, δεν ήθελε ευθύνες σκοτούρες υποχρεώσεις.

Η μάνα του όμως έλεγε ότι έτσι είναι η ζωή και της είχε αδυναμία και της έκανε το χατήρι. για κάποιο καιρό, μέχρι που ο κόμπος είχε φτάσει πιά στο χτένι. Δεν πήγαινε άλλο. Παράτησε τη καλή ζωή που του είχε φτιάξει η μανούλα του, σιχτίρισε και την ίδια και χάθηκε στο σύμπαν.

Οσο για το Μανώλη, από τα πολλά σιχτίρια που είχε φάει εκείνος από τη γυναίκα του, εκείνη την καλή κοπέλα που το χαρούμενο πρόσωπό της του είχε αναστατώσει τη καρδιά, έβγαλε καρκίνο, και μέσα σε 3 μήνες έφυγε από τη ζωή.

Και η κόρη της Μαρίας, που ποτέ της δεν ήθελε, αλλά που πάντα προσπαθούσε να τη βοηθήσει, μόνο και μόνο για της το βαράει ότι εκείνη τρέχει για τη κόρη της την άχρηστη, επίσης από τα πολλά σιχτίρια και τις κατάρες, την απέχθεια και την αδιαφορία της , έβγαλε καρκίνο και προσπαθεί τώρα να το αντιμετωπίσει, χωρίς κανένα εφόδιο, αφού η μάνα της ποτέ δεν της έμαθε ότι υπάρχουν στη ζωή και τέτοια που αξίζει να αποκτήσεις.

Οσο για τη «καλή τύχη» που με τόσο κόπο είχε φτιάξει για το γιό της, το σπλάχνο της τον μοναδικό της πολυαγαπημένο, προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες στην μικρή της οικογένεια που με τόση ευκολία ανέτρεψε ο γιός της, όταν έγινε μέλος αυτής.

Και όλοι ελπίζουν, το γνωμικό που λέει ότι » η νύφη σαν γεννήθηκε της πεθεράς θα μοιάσει» να μην ανταποκρίνεται στην «καλή τύχη»..

Τέλος;;

Advertisements

ΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΒΙΩΣΕΙΣ.

Αυτές τις μέρες περνάω μια ίωση… μια από αυτές που κυκλοφορούν αυτή την εποχή, που αν και η έξαρση τους βρίσκεται σε ύφεση, εγώ και η μικρή λουλού την αρπάξαμε τελευταίοι και καταιδρωμένοι!!!

Η λουλού είναι κλεισμένη στο σπίτι από την προηγούμενη Παρασκευή και έχει λαλήσει!!!! Σήμερα μόνο βγήκε λίγο έξω στο κήπο, αφού με παρακάλεσε και τη λυπήθηκα και αφού δεν είχε πυρετό εδώ και 4 μέρες.

Εγώ όμως είμαι μέσα 3 μέρες…

Από την πρώτη μέρα της ίωσης της μικρής λουλού,  η μαμά μου κάνει τη νοσηλεύτρια.. Το πρωί ερχόταν αφού έφευγε ο άντρας για δουλειά, και κρατούσε παρέα στη μικρή, τραγουδάγανε, την παρηγορούσε της έλεγε παραμύθια, της έφτιαχνε πορτοκαλάδα να γίνει γρήγορα καλά και της κανάκευε μέχρι να έρθω από τη δουλειά.

Το αποτέλεσμα ήταν η λουλού να γίνει γρήγορα καλά και να υποχωρήσει και ο πυρετός και όλα , εκτός από αυτόν τον βήχα που τελικά το καταφέραμε και τον νικήσαμε επίσης, σε 2 μέρες.

Μετά είχα εγώ σειρά..

Στα μέσα της εβδομάδας ξύπνησα με ρίγη φοβερό πονοκέφαλο και πόνο σε όλο το σώμα.  Πήγα στη δουλειά να παραδώσω και να ενημερώσω ότι θα απουσιάζω λόγω ίωσης, πέρασα από το γιατρό για το σχετικό χαρτάκι, και τις σχετικές οδηγίες και πήγα σπίτι.

«Υπομονή κυρία Μαμά της λουλούς, και ένα καλό αποχρεμπτικό, αντιπυρετικά για το πυρετό και πολλά υγρά..» είπε ο γιατρός.

Στο σπίτι με περίμενε η μαμά μου, που πρόσεχε ήδη τη μικρή, φόρεσα τη μάσκα, τις πιτζάμες και έπεσα στο κρεβάτι. Η μαμά μου με έτριψε σε όλο το σώμα που πονούσε, μου έστιψε πορτοκαλάδα να πιώ, μου έφτιαξε τσάι, άλειψε 2 φέτες φρυγανιά με βούτηρο, πήγε σπίτι της, ήρθε το μεσημέρι με ένα μπώλ σούπα για μένα, ένα πιάτο σκορδαλιά για τη λουλού και ένα πιάτο μαρακόνια με κιμά για τον άντρα, που θα ερχόταν από τη δουλειά το απόγευμα.

Μου έπλυνε τα πιάτα, μας έφτιαξε ξανά πορτοκαλάδα, τσάι, με έτριψε για άλλη μια φορά, συγύρισε το δωμάτιο που κοιμάται ο άντρας, καθάρισε τα μπάνια, απολύμανε τα πόμολα, πήρε τα μαθήματα της λουλούς από το σχολείο, έφυγε, ξανάρθε, ξαναέφυγε , ξαναήρθε και όταν γύρισε ο άντρας και αφού εκείνος έφαγε τα μακαρόνια που του είχε φτιάξει, έπλυνε το πιάτο του, μου έριξε και άλλο ένα τρίψιμο άλλο ένα χυμό πορτοκάλι, μας φίλησε στο μέτωπο, κόρη και εγγονή και έφυγε.

Την άλλη μέρα, και αφού είχε φύγει ο άντρας για τη δουλειά, ήρθε με το δίσκο γεμάτο, τσάι, γάλα, φρυγανιές και πορτοκάλια καθαρίσμένα. Είμασταν ήδη πολύ καλύτερα, ο πυρετός είχε ήδη κατέβει, αλλά η μαμά μου, έκανε άλλο ένα γύρο από τα ίδια της προηγούμενης ημέρας, χωρίς ούτε κάν να της το ζητήσω.

Το απόγευμα αφού ήρθε πάλι ο άντρας από τη δουλειά, περίμενε να φάει για να πλύνει το πιάτο του, να δεί αν έχουμε πυρετό, να μας φτιάξει ένα τελευταίο τσαγάκι και να καθαρίσει ένα πορτοκάλι να φάμε και λίγο πρίν φύγει μας φίλησε για καληνύχτα.

Αν εξαιρέσεις την ατονία και την αδυναμία που νοιώθω, βασικά δεν έχω τίποτα άλλο. Μέσα σε λιγότερο από 48 ώρες έγινα περδίκι!!! Βέβαια ωφέλησαν και τα ματζούνια μου αλλά κυρίως η φροντίδα της μαμάς μου.

Ααχχχχ η μαμά…. Το καλύτερο αντιβιωτικό!!!!!

Την αγαπώ τόσο πολύ…

(Δε αναφέρω ότι ο άντρας ούτε βλέφαρο δεν έσκασε να δεί αν ζώ ή αν πέθανα..).

ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΙΑ;;

Ένα ακόμη Πάσχα θα περάσουμε με τη λουλού μου μόνοι μας.  Καθόλου δε στεναχωριέμαι!!!!

Πέρσι είχαμε πάει σε ένα πεντάστερο ξενοδοχείο για το τριήμερο του Πάσχα και περάσαμε λουκούμι!!!

Κάναμε σπά, μασάζ σάουνες μπάνιο σε θερμαινόμενη πισίνα τρώγαμε τα κέρατά μας κάναμε βόλτα στην πριβέ παραλία του ξενοδοχείου, τρώγαμε παγωτά πίναμε κοκτέιλ. Φανταστικά!!!

Φέτος ψάχνω ένα μέρος να περάσουμε όπως και πέρσι, έχω πολλές προτάσεις και σκεφτόμαστε με τη λουλού ποια από όλες να διαλέξουμε!!

Ο άντρας, για άλλη μια χρονιά θα περάσει το πάσχα στη μαμά του.

Όχι ότι πιστεύει βέβαια, αλλά δεν έχει σημασία.

Πέρσι που ήταν στη μανούλα του τους είχε κάνει όλους άνω κάτω!!!  Με έπαιρνε η κάργια τηλέφωνο και μυξόκλαιγε (κλαίει και άσχημα..) για το πόσο ρεζίλι την έκανε στην αδελφή της και στο γαμπρό της που τους είχε καλέσει για το πασχαλινό δείπνο..

Ότι δε πιστεύει σε αυτά τα εβραικά πράγματα, ότι η θρησκεία είναι η σκλαβιά της ελεύθερης έκφρασης και κάτι τέτοια, φαντάζομαι ότι έδωσε ρεσιτάλ, γιατί η μάνα του ήταν ένα σκαλί πρίν το εγκεφαλικό.

Την έπιασαν ταχυπαλμίες σκοτοδίνες, ιδίως όταν σηκώθηκε από το γιορτινό τραπέζι και έφυγε αφήνοντας σύξυλους όλους εκει πέρα, της ήρθε ταμπλάς!!!!

Και όλα αυτά γίνονταν ενώ ταυτόχρονα εγώ με τη λουλού περνάγαμε ζάχαρη στο πεντάστερο, και κάνοντας βόλτες πάνω κάτω στη παραλία ντρίν χτυπά το τηλέφωνο, μία από τη πεθερά και μία από την αδελφή της, να μου λένε τα ίδια πράγματα, λές και εγώ φταίω για τη κατάντια του.

Οπότε για άλλη μια φορά θα δούμε το ίδιο έργο.

Το κακό είναι ότι η μαμά του δε το ξέρει ότι θα πάει να της κατσικωθεί, και εγώ δεν της λέω τίποτα ακόμα γιατί (είμαι πολύ κακιά), θέλω να της κάνει έκπληξη , να τον δεί φάντη μπαστούνη μπροστά της για να (κάνει αληθινό επιτάφιο μια φορά στη ζωή του) πάρει όλη τη χαρά μονομιάς!!!

Σε μια βδομάδα θα μας έχει αποχαιρετήσει για τα πάτρια εδάφη, και εμείς θα φτιάχνουμε τις βαλίτσες μας για άλλο ένα Πάσχα γεμάτο χαρά ηρεμία και αγάπη.

Εν αναμονή..

Η ΘΕΙΑ (ΚΑΤΑ)ΔΙΚΗ..

Μερικοί άνθρωποι είναι πάρα πολύ χαζοί!!

Θα μου πείς, σιγά την ανακάλυψη!!!

Όμως ρε παιδί μου, είναι κάποιοι, που ακόμα και όλο το σύμπαν να τους δείχνει με ΝΕΟΝ επιγραφή την πραγματική διάσταση των καταστάσεων, εκείνοι αρνούνται να δεχτούν το προφανές.

Γιατί πάνω από όλα , είναι εγωίσταροι και δεν είναι λόγω του χαμηλού τους IQ.

Πχ. Είσαι σε μια δουλειά ετσι; Και βλέπεις έναν συνάδελφό σου που σκίζεται κυριολεκτικά, είναι φιλότιμος είναι έξυπνος, είναι εργατικός, είναι γρήγορος και είναι ενας συνάδελφος που μπορείς να βασιστείς πάνω του για να κάνει μια σωστή δουλειά.  Επίσης ξέρεις ότι οι ικανότητές του είναι πολύ περισσότερες για τη δουλειά που του έχεις αναθέσει, αλλά αφού βγαίνει η δουλειά με κλειστά τα μάτια, δε σε νοιάζει για την υποβάθμιση των ικανοτήτων του.

Όμως νοιάζει εκείνον…

Επίσης ξέρεις ότι είναι αρκετά υποχωρητικός, οπότε όταν έχεις ένα πρόβλημα, του ρίχνεις αυτό το βλέμμα του θλιμμένου κουταβιού και εκείνος ξεχνά τα δικαιώματα του και κάνει υποχωρήσεις για να σε βγάλει από τη δύσκολη θέση για να μην σε σταυρώσουν οι ανώτεροί σου και όταν κάνεις τη δουλειά σου και πρέπει λίίίίίγο να του δώσεις ένα κοκκαλάκι, εσύ λές «κάτσε να δούμε..» και δε σε πολυνοιάζει που στεναχωριέται,

Όμως νοιάζει εκείνον..

Η αλήθεια είναι ότι είναι και φοβερά υπομονετικός οπότε μπορεί να του ψήνεις το ψάρι στα χείλη να του καταπατάς τα δικαιώματα, με εκείνον να περιμένει υπομονετικά πότε θα δείς το προφανές και να του δώσεις την προαγωγούλα ή την αυξησούλα που πολύ ευγενικά σου ζητάει, όχι επειδή το δικαιούται έτσι και αλλιώς αλλά επειδή έτσι θα επιβεβαιωθεί και ο ίδιος στο γνωμικό «οι καλοί δε χάνονται» ή το «το καλό πληρώνεται»…

Και έρχεται μια μέρα, που έχει υπομένει πολλά, που τον έχεις κάνει πολλές φορές μπαλαντέρ, που λές «έλα μωρέ θα το κάνει αυτός όπως πάντα..», και εκείνος το κάνει και το κάνει και το κάνει ώσπου, έρχεται η μέρα που πρέπει να πληρωθεί το καλό!!!!

Και το καλό αν δε το κάνεις εσύ με δική σου πρωτοβουλία και αναγκαστεί το σύμπαν να του το κάνει, θα τιμωρήσει εσένα που του το αρνήθηκες.

Και θα πάθεις διάφορα κακά..

Πολλά κακά…

Μέχρι να κατανοήσεις ότι στη ζωή δε κλωτσάμε εκείνους που μας υποκλίνονται, εκείνους που μας δίνουν το χέρι να σηκωθούμε όταν έχουμε πέσει με τα τέσσερα κάτω, και το κυριότερο δεν υποβιβάζουμε τις ικανότητές τους και την νοημοσύνη τους όποτε μας βολεύει.

Γιατί εκείνοι εκτός από τις διάφορες αρετές που σε βολεύουν, έχουν και άλλες ικανότητες που ίσως να σε στείλουν αδιάβαστο..

Δε λέω, μπορεί στη ζωή σου να είσαι καλός άνθρωπος, να μην θέλεις να κάνεις κακό σε κανέναν, να προσπαθείς να είσαι δίκαιος, αλλά κάποιες φορές θέλοντας να κάνεις τη δουλειά σου, να βρίσκεις ένα μαλακάκο και να του αλλάζεις τον αδόξαστο..

Και από το πολύ πολύ το μίρι μίρι, να σου έχει φύγει το φιλότιμο και να κάνεις, εκτός από τη ζωή του λίγο πεζή, και τα νεύρα του μακαρόνια, την υπέρβαση στην αναισθησία σου, να πηγαίνεις και λίίίίίγο παραπέρα, όπως, να λές πράγματα πίσω από την πλάτη του υπονομεύοντας τον, σε άλλους, με στιλ «άστον αυτόν θα τον κανονίσω εγώ είναι και λίγο μαλάκας αλλά καλός μαλάκας..»ή «μη πείς τίποτα στον άλλον και πάρει το μυαλό του αέρα..».

Και τότε σου έρχεται μια κατραπακιά… έτσι για να σε ξυπνήσει λίγο.. αλλά εσύ τον ύπνο του δικαίου!!!

Και σου έρχεται και άλλη, γιατί ετοιμάζεις να κάνεις το χατήρι σε άλλον εις βάρος του που είναι κακό και το ξέρεις, αλλά εκεί εσύ…

Και σου έρχεται και άλλη, και άλλη, και άλλη, η μία αναποδιά μετά την άλλη, αλλά εσύ είσαι τόσο τυφλωμένος που δεν βλέπεις τίποτα..

Εεε φταίει εκείνος να σε σιχτιρίσει;;; και φταίει εκείνος αν το σύμπαν συνωμοτεί εναντίον σου;;;

Τα θέλει και εσένα ο κώλος σου…

Η ΣΙΩΠΗ ΜΟΥ ΠΡΟΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΟΥ..

Και γυρνάω σπίτι, μετά από 9 ώρες δουλειάς, με το αμάξι, προσπερνώ τη μάνα μου που έχει ήδη ξεκινήσει για το σχολείο της μικρής να την παραλάβει και της κορνάρω 3 φορές, εκείνη γελάει και ξαναγυρίζει πίσω προς το σπίτι της.

Βγάζω αλάρμ και κάνω δεξιά, παρκάρω, κλείνω μηχανή, ανοίγω πόρτα, κλείνω πόρτα, κλειδώνω και προχωράω με γρήγορο βηματισμό προς τη σιδερένια πόρτα του σχολείου.

Τούκου τούκου, κάνουν τα τακούνια μου στα μαρμάρινα σκαλιά καθώς τα ανεβαίνω, κοιτάω τις αφίσες που είναι έξω απ, ό τις πόρτες των τάξεων, τις ξαναείδα εχθές, τις ίδιες παπαρίες γράφουν για υγιεινή διατροφή, σύκα και ξερά σκατά, «ΦΡΟΥΤΟΔΕΥΤΕΡΑ!!» ΤΡΏΜΕ ΦΡΟΎΤΑ!!!» μαλάκες σκέφτομαι, «αντί να κρεμάσετε αφίσες που να λένε ότι τα ρήματα που τελειώνουν σε ο γράφονται με ω, μου θέλετε και φρούτα τη δευτέρα», έτσι δε θα μου έρχεται το αίμα στο κεφάλι όποτε η λουλού μου γράφει καρτούλα «μανούλα σε αγαπό!!!».

Μπαίνω στη τάξη, χαμογελάω στη δασκάλα που με κοιτάει από πάνω ως κάτω, και λέω τη λουλού να ετοιμάσει τη τσάντα της πηγαίνοντας προς το μέρος της να τη βοηθήσω προς σπάσιμο της δασκάλας που δεν θέλει να βλέπει τα παιδιά να τα βοηθάνε οι γονείς του και να τους κουβαλάνε τις 18κιλες τσάντες τους. «ναι μωρή μπίχλα μπιρμπιλοτρίχω, εγώ τη κουβαλάω, η λουλού μου είναι μόνο 18 κιλά και θα σηκώνει τη τσάντα μόνη της;;»

«καλό απόγευμα!!!» φωνάζω φορτώνομαι ζακέτες μπουφάν τσάντες  με το ένα χέρι και με το άλλο πιάνω τη λουλού, τούκου τούκου τα τακούνια κάνουν κατεβαίνοντας τα σκαλιά, μπούρου μπούρου η λουλού μου λέει τα νέα της ημέρας, μπαίνουμε στο αμάξι, κάνω όπισθεν, ανάστροφη και πάω σπίτι.

Η κουβέντα με τα νέα της ημέρας συνεχίζεται «μαμά σήμερα ένα παιδάκι χτύπησε από τη μπάλα πάλι!!!»

Γαμώ τις μπάλες σας, σκέφτομαι «και τι έκανε η διευθύντρια για αυτό;;» της λέω.

«Του πήρε τη μπάλα του παιδιού, μαμά έτρεχαν αίματα πολλά!!!!!»….

Καθόμαστε στο τραπέζι, τρώμε κουβεντιάζοντας, μαζεύουμε τα πιάτα κουβεντιάζοντας, πλένουμε τα πιάτα κουβεντιάζοντας, παίζουμε με τη γάτα μας και πάμε στο κρεβάτι να ξαπλώσουμε λίγο για να χαλαρώσουμε…κουβεντιάζοντας…

Για άλλη μια φορά δεν θα κοιμηθούμε για μεσημέρι, αλλά είναι ωράία να μιλάμε και να κάνουμε γούτσου γούτσου.

Περνάει η ώρα, έμαθα όλα τα νέα της ημέρας στο σχολείο, είπα και εγώ τα δικά μου, και καθόμαστε αγκαλίτσα ξάπλα στο κρεβάτι.

Ξαφνικά ακούγονται τα κλειδιά στη πόρτα, ήρθε ο άντρας….

Πόρτα ανοίγει, πόρτα κλείνει βήματα προς το μπάνιο, πόρτα κλείνει βρύση ανοίγει νερό τρέχει, βρύση κλείνει, πόρτα ανοίγει, ένα βήξιμο, βήματα προς τη κουζίνα, φλάπ φλάπ το φαγητό στο στόμα, κουζινικά στο νεροχύτη, βήματα προς το σαλόνι, μπλίνκ άνοιγμα του πσ,..

«ήρθες;;» λέω στον άντρα..

«μ», μουγκανίζει η αγελάδα, «μπαμπούλη μου!!» φωνάζει η μικρή, «μ», μουγκανίζει η αγελάδα.

Πφ παει και η σημερινή μέρα, είχαμε μια εποικοδομητική συζήτηση με τον άντρα και πάλι..

Ευγε!!!

ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ ΑΜΑΡΤΙΑ ΜΟΥ επίλογος.

Έχουν περάσει 14 χρόνια από τότε που τελείωσε έτσι άδοξα εκείνη η μεγάλη συναρπαστική μοναδική αγάπη.

Σε αυτό το διάστημα, άλλαξα 7 φορές εργοδότη, πάντα για κάτι καλύτερο εννοείται, έφτιαξα ένα σπίτι, έφτιαξα και δεύτερο όπου είμαι εγκαταστημένη τα τελευταία 3 χρόνια, μια υπέροχη βιλίτσα με εσωτερική ξύλινη σκάλα, κήπο με λουλούδια και βότανα, που τρελαίνομαι να ακούω τη μικρή λουλού να γελάει και να τρέχει σα το μικρό γατάκι και να κρύβεται στα δεντράκια μου, να μυρίζει τα ανθισμένα λουλουδάκια και να ψάχνει για νεράιδες.

Προσπαθώ όσο μπορώ να γεμίζω τον μεγάλο Άτλαντα με πινεζούλες από τα μέρη που επισκέπτομαι, πάντα με τη λουλού παρέα, αλλά τώρα εκτός από τις πινέζες γεμίζουμε και μια μικρή ξύλινη βιτριλούλα με γυάλινες σφαίρες με το όνομα κάθε μέρους που γνωρίζουμε (αυτό είναι όνειρο της λουλούς), αν και πολύ σύντομα θα χρειαστούμε πιο μεγάλη βιτρίνα.

Πήρα αμάξι, πήρα και δεύτερο αμάξι, πήρα και μηχανή χάρλει, που μπορεί να μην την οδηγώ εγώ αλλά όποτε μου τη δώσει λέω στον άντρα (γιατί αυτό ήταν παιδικό του όνειρο να αποκτήσει χάρλει) να με πετάξει μια βολτίτσα για να μπορώ να νιώθω τον καλοκαιρινό αέρα με τα χέρια ανοικτά και το βλέμμα στον ήλιο.

Η μεγαλύτερή μου δημιουργία by far, είναι η μικρή λουλού μου, στην οποία επενδύω όλη την γνώση μου και τις μαγικές μου ιδιότητες, καταθέτω κάθε μέρα τον καλύτερό μου εαυτό και το απόλυτο ένστικτό μου, και τη βλέπω να μεγαλώνει και να χαίρεται τη ζωή, σαν την μαμά γάτα που κάθεται τάχα ήρεμη με μισάνοικτο βλέμμα επιβλέποντας το χαριτωμένο μικρό της γατάκι και έχοντας τα μουστάκια πάντα σε εγρήγορση για οτιδήποτε κινείται απειλητικά προς το μέρος τους.

Εεε.. εντάξει έχουμε και τον άντρα εκει πέρα, τις περισσότερες φορές μου σπάει τα νεύρα, άλλοτε με την αναισθησία του και άλλοτε με την αδιαφορία του και θέλω ώρες και φορές να του φωνάξω «ξύπνα ρε ρεμάλι και θυμήσου εκείνα τα λόγια που μου έλεγες  τότε, που σε είχα παρατήσει κυνηγώντας τα δελφίνια να κάνουν κωλοτούμπες σε σχήμα καρδιάς, ότι είμαι η γυναίκα της ζωής σου…», αλλά μπά… και να το πώ θα με κοιτάξει απορημένα – βαριεστημένα (πού να τρέχουμε τώρα, δεν έχεις κανένα σαπούνι να φτιάξεις;; καμιά κρεμούλα;;) και θα χωθεί στο υπερτηλέφωνό του για να παίξει παιχνίδια και να μαλακιστεί στο φέισμπούκ.

Αυτό που μπορείς να πείς κακή εξέλιξη, είναι το ότι μου έχουν κατσικωθεί αυτά τα 15 με 16 κιλάκια τα γαμημένα, και δε λένε να μου φύγουν για πάντα, περνάω βέβαια εποχές που ξεφορτώνομαι 6-7 από τα αυτά τα ρημάδια και άλλες που σε χρόνο όσο χρειάζεσαι να ανακουφιστείς από ξαφνικό τσιρλιό που σε πιάνει, τα παίρνω πίσω,  και αυτά τα σκασμένα θρονιάζονται εκεί που κανονικά θα έπρεπε να είναι η κοιλιά μου, μου στρογγυλεύουν λίγο τον πισινό, κάνω μπράτζα σαν το Σουγλάκο, αλλά τουλάχιστον χαίρομαι λίγο γιατί κάνουν το εμπρός βαρύ πυροβολικό που ήδη κατέχω να μεγαλώσει παραπάνω και να κάνει το βαθύ ντεκολτέ που φοράω πιο ελκυστικό.

Επίσης, δε μου κάνει εκείνη η φανταστική πρασινομπλέ ολόσωμη φόρμα που φορούσα εκείνη τη νύκτα της μεγάλης συνάντησης, αλλά την έχω κρατήσει για να θυμάμαι πώς κάποτε έμπαινα εκει μέσα (βασικά την κράτησα γιατί πίστευα ότι κάποτε θα ξαναμπώ εκει πέρα αλλά τώρα και να μπώ το θέαμα θα είναι πολύ γελοίο).

Για να μην αναφερθώ σε εκείνη τη κοντή μαύρη φουστίτσα και το σί θρού μπλουζάκι, πού ούτε το μισό κωλομέρι μου δε χωράει πιά..

Η φίλη εκείνη με τις τσιμπιές στη πλάτη, έχει κάνει 2 αρραβώνες με δυο χωρισμούς και μένει με τη μαμά της και τα άλλα δύο αδέλφια της στο μικρό διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου μια πολυκατοικίας στην άκρη της πολυσύχναστης κεντρικής λεωφόρου του μέρους που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε.

Η αδελφή σταμάτησε να γίνεται ντίρλα πλέον και να δημιουργεί περιπέτειες στον εαυτό της, αν και έκανε εκεί μια πολύ ωραία περιπέτεια, αλλά αυτό ανήκει σε άλλη ιστορία.

Ο μαλλιάς β’ το  τσιράκι – ρεμαλάκι με το κάκτο για δώρο αρραβώνων που ξεράθηκε πρόπερσι, για κάποιο καιρό ψιλομιλούσαμε στο τηλέφωνο άντε καμιά συνάντηση στο πόδι, τις περισσότερες φορές ήταν πιώμα λιώμα, καθώς τη κάπνιζε τη ριγανίτσα, είχε και τα θεματάκια του με μια πρώην, που παρέμεινε πρώην, γκομενίτσα και πολύ καλά έκανε η κοπέλα, και έτσι απλά ετελείωσε εκείνη η φιλία που είχαμε.

Το πιο πιθανό είναι να στούκαρε σε καμιά κολώνα με την μηχανή που είχε και να το έχει φάει το κεφάλι του, και αυτό δε το λέω σαν ευχή προς Θεού, απλώς την τελευταία φορά που είχαμε συναντηθεί του είχα εκφράσει το παράπονό μου για τον τρόπο που μου είχαν φερθεί εκείνος και ο μούλος φίλος του Νίκος, λέγοντάς του ότι γνώριζα το ότι είχαν δώσει τα χέρια, και του είχε ζητήσει ο άλλος να με παπαριάζει και να με κρατάει σε ντεκαντάνς κατάσταση εξαρτημένη από την παρουσία του Νίκου, για όποτε εκείνος το επιθυμούσε, και ότι αυτό ήταν πολύ κακό για μένα, άσχετα αν από τη στιγμή που αρραβωνιάστηκα δεν τόλμησε να με ξαναενοχλήσει γιατί :

α) είχα ενημερώσει το τσιράκι φίλο του, μαλλιά β΄ ότι να προσέχει να μην το βρώ μπροστά μου γιατί θα μετράει τα δόντια του (όταν με είχε ρωτήσει γιατί, του είχα πεί γιατί αυτός ξέρει γιατί..), και

β) τον είχα καταραστεί να μη του ξανασηκωθεί μέχρι εγώ να ξαναβρώ την ψυχική μου γαλήνη!!!

Αυτό το τελευταίο πάντως πρέπει να είχε πιάσει γιατί μια μέρα με είχε πάρει τηλέφωνο και γελώντας μεταξύ σοβαρού και αστείου μου είπε, ότι έχει πρόβλημα, με τη καινούρια γκόμενά του, και δε μπορεί να λειτουργήσει, μήπως του είχα κάνει μάγια;;;.

Όταν τον σιχτίρισα δε, ο μαλλιάς πρεζονάκι φίλος του μούλου Νίκου, νευρίασε και μου είπε ότι ο Νίκος είναι και θα είναι πάντα φίλος του!!!

Σκέφτηκα από μέσα μου «καλός μαλάκας είσαι και εσύ άντε και στα διάλα!!» και δεν τον είδαμε τον Παναή ξανά…

Όσο για τον Νίκο, εκείνο το ψηλό με την μεγάλη μύτη, που ταίριαζε όμως με το μεγάλο του κεφάλι, που είμαι σίγουρη τώρα ότι είχε σκατά μέσα, πολλά σκατά για να τα χωράει το μεγάλο του κεφάλι, δεν έκανε απολύτως τίποτα στη ζωή του που διανύει τον 43το χρόνο της.  Μένει στο ίδιο ενοικιαζόμενο σπίτι στο οποίο γεννήθηκε, είναι άνεργος τα τελευταία 4 χρόνια, δεν παντρεύτηκε ακόμα καθώς τον διακατέχει η κατάρα της δημιουργίας και δεν έχει χρόνο για την προσωπική του ζωή, τον συντηρεί η μαμά του, έχουν και τον επιχειρηματία της κακιάς ώρας αδελφό του μαζί, που αναγκάστηκε να δουλέψει κάπου ως απλός υπαλληλάλος για να τα βγάλει πέρα, και πολύ στεναχωρέθηκε για αυτό, και προσπαθούν όλοι μαζί να «δημιουργήσουν»… μια τρύπα στο νερό!!!

Πήρε μηχανή, μια άφρικα τουίν,  όμως να πηγαίνει βόλτες με ανοικτά τα χέρια τις καλοκαιρινές μέρες, χρησιμοποιώντας το δικό μου όνειρο, αλλά δε γαμιέται ας κάνει έστω αυτό στη μίζερη ζωή του.

Απορεί δε, πώς γίνεται εγώ η η κατά 6 χρόνια μικρότερή του, να έχω κάνει τόσα πράγματα , και πώς κατάφερα , από μια μικρή φοιτητριούλα να καταντήσω έτσι… σίγουρα θα σκέφτεται ότι έκανα μάγια και το πέτυχα.

Τα τελευταία νέα, τα έμαθα εντελώς τυχαία, χωρίς κάν να ψαχτώ, από ένα κοινό περαστικό άνθρωπο στη ζωή μου που έτυχε να ξέρει εκείνον και να γνωρίσει εμένα στο άσχετο.

Από εκείνον έμαθα και άλλα πράγματα για τον αγαπητό μας Νίκο, και για ποιο λόγο έχει κρατήσει επαφές με όλες τις πρώην του, εκτός από μένα, μέχρι και σήμερα, αλλά αυτό ανήκει σε μια άλλη ιστορία..

Αυτό που δεν ξέρω και θα ήθελα πάρα πολύ να μάθω, είναι,  τι απέγινε εκείνος ο μαλλιάς α’ φίλος του μούλου Νίκου που έκανε τόση χαρά όταν με είδε στον Σταυρό του Νότου, και που με μια του κίνηση με σήκωσε στον αέρα…

Αχχχ τί να κάνει άραγε…..

Ο ΕΡΩΤΑΣ (και το crappy end της ιστορίας μου αμαρτίας μέρος τέταρτο)

Ζούσα την αγάπη σε όλο της το μεγαλείο.. Έκανα ύπτιο σε βαθιά μπλέ πελάγη με τα χελιδονόψαρα να πετάνε δίπλα μου και τα δελφίνια να κολυμπούν και να κάνουν κωλοτούμπες σε σχήμα καρδιάς.

Ήμουν η πιο ωραία γκομενάρα, με τα πιο όμορφα μάτια στο κόσμο, έβλεπα τον εαυτό μου στο καθρέπτη και έλεγα»φτού σου μάνα μου, είσαι και γαμώ τις γκόμενες»!!!

Ήμουν η πιο έξυπνη, μοναδική, σπάνια εκκεντρική, δυναμική ΓΥΝΑΙΚΑΡΑ στον κόσμο.(φτού μου να μη με ματιάξω)

Ήμουν σα την πρωταγωνίστρια στον Τιτανικό που ανοίγει τα χέρια στο κατάρτι (δεν έβλεπα ότι το παγόβουνο ερχόταν κατά πάνω μου..).

Όλοι οι φίλοι του Νίκου με γνώριζαν και του έκαναν νόημα ότι «αυτή τη φορά» έπιασε λαβράκι!!!

Έιχα καταντήσει σαν  έκθεση αυτοκινήτου ένα πράγμα, «αγάπη μου σήμερα θα βγούμε με το Τάκη, με το Μάκη, με το Γιάννη, με το Χρήστο, τον Χριστάρα…» μόνο εκείνο το μαλλιά δεν τον είχα ξαναματαδεί, τυχαίο;; δε νομίζω;;

Σχεδόν κάθε Κυριακή πηγαίναμε εκδρομή σε διάφορα μέρη κοντινά στην Αθήνα, Ναύπλιο, Επίδαυρο, Χαλκίδα, Κόρινθος, Πάτρα.

Του είχα πεί για την επιθυμία μου να βάλω πινέζες σε όλο και πιο πολλά μέρη του Άτλαντα και το άρεσε πολύ.

Του είχα πεί ότι ήθελα να κτίζω ένα σπιτάκι στην εξοχή, να έχω ένα κήπο  με λουλούδια και βότανα, να έχω ένα διπλό κρεβάτι με ουρανό.. του άρεσε πολύ…, του είχα πεί ότι ήθελα να ταξιδεύω στη θάλασσα, να ταξιδέψω στον Καναδά, στην Αυστραλία και στην Ιαπωνία… του άρεσε πολύ…

Του είχα πεί ότι ήθελα να πάρω μηχανή, χάρλει, να γυρίζω τα καλοκαίρια στους δρόμους με ανοιχτά τα χέρια.., του άρεσε πολύ..

Του είχα πεί ότι ήθελα να κάνω 3 παιδιά, 2 αγόρια και ένα κορίτσι, του άρεσε πολύ….

Όλα μα όλα ήταν υπέροχα, ακόμα και εκείνη τη φορά που έχυσα κατά λάθος τον χυμό μου στο island, ρεζίλι έγινα, αλλά εκείνος με κοιτούσε σα το μωρό που μόλις είχε χέστεί..

Ακόμα και τότε που σκουντούφλησα περπατώντας στην κατάμεστη Ερμού, ακόμα χειρότερα και εκείνη τη φορά που συστήθηκα στον προιστάμενό του φορώντας μια μπλέ φόρμα εργασίας σα τον μήτσο τον υδραυλικό, και είχε και λαδιά η φόρμα.

Στο μεσοδιάστημα, ο τότε πρώην γκόμενος – μέλλοντας σύζυγος, τώρα νύν σύζυγος, μετά από 4 μήνες, λεει, είχε καταλάβει τι είχε χάσει λέει, είχε καταλάβει λεει, τα λάθη του λεει, και είχε αποφασίσει ότι εγώ λεει είμαι η γυναίκα της ζωής του λεει…

Κυκλοφορούσε μεσα στην μαύρη απογοήτευση, έπινε κάθε βράδυ, έκλαιγε και είχε επιστρατευτεί όλη του η οικογένεια να με πείσει να τον συγχωρέσω και να είμαστε μαζί.

Με σταματούσαν, στο δρόμο, η μάνα του και έκλαιγε (και κλαίει άσχημα..), ανησυχούσε λεει για το γιό της, η αδελφή του, σε πιο λάιτ απόχρωση, ότι πίνει και έρχεται στουπί κάθε βράδυ και φοβάται μη στουκάρει με τη μηχανή πουθενά, φίλοι του μου έλεγαν ότι πίνει και τους λεει ότι είναι μαλάκας που άφησε να του φύγω, ότι τώρα κυκλοφορώ με έναν ψηλό ρούλη και σημασία δε του δίνω.

Περνούσε από το σπίτι και μαρσάριζε, κοιτούσε στο μπαλκόνι και όταν έβλεπε το αμάξι του Νίκου από κάτω άρχιζαν τα διάφορα σενάρια καταστροφής στο μυαλό του, να βάλει γκαζάκια κάτω από το αμάξι, να χαράξει τις πόρτες κλπ κλπ.

Αχχχ εγώ όμως, κολυμπούσα σε πελάγη ευτυχίας και όλα ήταν ρόζ, όταν δε άρχισε ο Νίκος να κάνει κοινά όνειρα με μένα στη ζωή του είχα φορέσει πάμπερσ από τη χαρά μου!!!

Μια φορά έρχεται και μου λεει, ότι ο αδελφός του που έμενε στο Ηράκλειο και το έπαιζε μπίζναμαν, της πλάκας, είχε νοικιάσει ένα ξενοδοχείο λεει για τη σαιζόν γιατί θα έβγαζε χοντρά φράγκα, ο επιχειρηματίας της σκατούλας, αυτός που λες ο παπαρίδης θα ερχόταν να τους επισκεφθεί.

Η αλήθεια ήταν ότι η μπίζνα είχε πάει για φούντο, και χρώσταγε της Μιχαλούς, και πού θα γυρνούσε;; στο σπίτι της μαμάς!!!

Του είχε πεί δε τα καλύτερα για μένα και του είχε πει ότι είχε βρεί την γυναίκα της ζωής του σε μένα, ότι είμαι λίγο πιτσιρίκα αλλά είμαι πολύ ώριμη και καλή (παστρικιά και με προίκα..), και είχε μεγάλη αγωνία να με γνωρίσει το παπαρίδι και εκείνο.

Κανονίσαμε να συναντηθούμε σε ένα κλάμπ, σε εκείνο που είχαμε δώσει το πρώτο μας φιλί, η ώρα έφτασε, και σκάσαμε μύτη….

Μόλις με είδε ο αδελφός, μόνο το μαύρο τσεμπέρι που δε φόρεσε για να τραγουδήσει το «Ανοιξε πέτρα», ένα μορφασμό, λες και είχε φάει σκατά, να με κοιτάει λές και είχε πάθει πάρεση και είχε παραλύσει η μισή του μούρη, ένα ξερό χέρι μου έδωσε (είμαι σίγουρη ότι δευτερόλεπτα πρίν είχε πιάσει τα αρχίδια του ή τον βρωμερό του κώλο) και ένα «παρομοίως» στο δικό μου «Χάρηκα!!»

Εεε από την επόμενη μέρα άρχισε η κατιούσα…

Στην αρχή ο Νίκος μου είχε πεί ότι ο αδελφός του δε με είχε πολυσυμπαθήσει, γιατί ήμουν μικρή και άβγαλτη, αδημιούργητη και πεζή, πολύ συνηθισμένη κλπ κλπ, δηλαδή όλα τα καλά πράγματα, να είναι καλά το γομάρι το όρθιο..

Μετά από μερικές μέρες «έτυχε» να γνωρίσω και τη μαμά του Νίκου, που , ώ τη σύμπτωσης!!! είχε ακριβώς την ίδια άποψη για μένα, ιδίως αυτό το άβγαλτη με είχε βγάλει από τα ρούχα μου, τι θα με έκανε εμένα μια φοιτητριούλα δίχως μία , ούτε 3 σπίτια δεν είχα, δίχως μέλλον, μπορεί να είμαι καλή κοπέλα, αλλά για άλλους, όχι για εκείνον…

Και περνούσαν οι μέρες, και ο Νίκος γινόταν λούης όλο και περισσότερο, και τα όνειρα γίνονταν εφιάλτες, και τα πελάγη ευτυχίας δύνες με καρχαρίες…

Το τι άκουσα προς το τέλος.. ήμαρτον με την υπομονή μου πιά…

«ήσουν σαν ένα κάστρο που όταν το κατακτάς χάνεται η μαγεία…»

«ήσουν μια ρόζ φούσκα που ξεφούσκωσε όταν το κάστρο έπεσε..»

«ήσουν πολύ καλή και πάντα θα σε αγαπώ και θα σε σκέφτομαι με αγάπη αλλά …..(και εδώ περνάνε στα κλασικά..)

«δε φταίς εσύ, εγώ έχω την κατάρα της δημιουργίας, θέλω να δημιουργώ πράγματα και η προσωπική ζωή δεν έιναι μέσα στα άμεσα σχέδιά μου»

¨»μην το πάρεις προσωπικά είσαι μια φανταστική κοπέλα που θα κάνει ευτυχεσμένο όποιο μαλάκα βρεί (εντάξει οι βρισιές είναι δικές μου αλλά το νόημα είναι το ίδιο)..

Μέσα σε 20 μέρες όλα είχαν γίνει στάχτη, εγώ μπούρμπερη, και ο Νίκος λούης!!

Πώς να μαζέψω τα κομμάτια μου;;; από τον ουρανό έπεσα χωρίς αλεξίπτωτο στα σκατά!!!

Κλάμα, πιώμα, «γιατί να μου το κάνει αυτό;;;» μια από τα ίδια, αλλά το χέρι δε το έβαζα στο τηλέφωνο να του μιλήσω. Τσιτσιριζόμουν εκεί μόνη μου αλλά ΚΥΡΙΑ!!

Και εκεί που πήγαινα να πάρω λίγο τα πάνω μου ντρίν το τηλέφωνο: «έλα τι κάνεις κούκλα;;» ο Νίκος, «μου έχεις λείψει να έρθω να σε δώ;;

Μπορούσα να πω όχι;; Αφού κάθε φορά ήλπιζα ότι θα μου έλεγε ότι το ξανασκέφτηκε και θέλει να κάνουμε ρόζ όνειρα πάλι, αλλά εκείνος απλά ήθελε λεει να περάσει μερικές ώρες με κάποιον δικό του άνθρωπο (κατάλαβες εσύ τώρα..)

Για 2 μήνες είχα καταντήσει πολύ δικός του άνθρωπος.. όποτε ο Νίκος είχε σηκωμάρες ξαφνικά θυμόταν το όνομά μου, και εγώ έλεγα, ας είναι μόνο αυτό, ας έχω μόνο αυτό από εκείνον, το λίγο (τι μαλάκας που ήμουν).

Μέχρι και ένα φίλο του μου σύστησε ένα βράδυ στο Σταυρό του Νότου, έναν άλλο μαλλιά κωλόπαιδο, όχι εκείνον τον παλιό, γιατί εκείνος με γούσταρε τότε, γιατί εκείνον δε μπορούσε να τον ελέγχει, ενώ με τον άλλον τον μαλλιά β’ τα είχαν συμφωνήσει, είχαν δώσει και τα χέρια, εκείνος θα μου κρατά συντροφιά στη μίρλα για να μη του πρήζω τα αρχίδια, και όταν ο Νικολάκης είχς ορέξεις θα θυμόταν τη τσουλίτσα του, κάπως έτσι ήταν η συμφωνία στην απλή ελληνική..

Και εγώ αυτό το είδα… η μικρή του μαγισσούλα όπως με έλεγε, έβαλε για λίγο πέρα το σύννεφο της εξάρτησης και το είδε στη μαγική της σφαίρα.

Και πείσμωσαααα…

Πιάστηκα από τον τότε πρώην γκόμενο και τώρα νύν άντρα, είπα αντε ενας άντρας μου πέφτει ας είναι, μου είχε πεί ότι δε θα με προδώσει ποτέ (καλά δε το έχαψα κιόλας μη τρελαθούμε), και στήσαμε αρραβώνα σε χρόνο ντε τε!!

αχχχ αυτός ο έρωτας… που έμεινε ωμός…

Στον αρραβώνα κάλεσα και τον μαλλιά β’ αρχιμάτσα τσιράκι φίλο του μούλου Νίκου…

Μου έφερε ένα κάκτο για δώρο… ξεράθηκε πρόπερσι…

Και η ζωή συνεχίζεται…

 

ΤΟ ΦΙΛΙ…(ιστορία μου αμαρτία μου μέρος τρίτο..)

Ήταν 1η Σεπτέμβρη, κάποιος μου είχε πεί ότι γιόρταζα εκείνη την ημέρα, έτσι και εγώ είχα κανονίσει βραδινή έξοδο μαζί με την αδελφή μου και 2 φίλους, και είχα καλέσει και τον Νίκο ο οποίος είχε πεί ότι θα έφερνε και ένα φίλο του μαζί.

Ο τότε μέλλοντας -τώρα νύν – άντρας, και εγώ είμασταν παρελθόν, έτσι πίστευα δηλαδή και με είχε πιάσει εκείνη την ημέρα μια στεναχώρια, ξέρεις, αυτές οι ηλίθιες ερωτήσεις που κάνουν τα κοριτσόπουλα, «γιατί μου το κάνει αυτό, γιατί σε μένα, γιατί είναι τόσο σκληρός μαζί μου» και τα σχετικά.

Έτσι, λίγο πρίν φύγω για την βραδινή-γιορτινή έξοδο με την αδελφή μου και μια φίλη μου, τον πήρα τηλέφωνο…

Του είπα ότι γιόρταζα και μου είπε «εε χρόνια πολλά..»

Του είπα ότι μου είχε λείψει και μου είπε «ας πρόσεχες..»

Του είπα «γιατί μου το κάνεις αυτό;;» και μου είπε «θέλεις κάτι άλλο να μου πείς γιατί αυτό το έχεις ήδη πεί, άντε πήγαινε στην έξοδο σου γιατί θα αργήσεις..»

Έβαλα τα κλάματα, και του είπα ότι αν ήθελε, θα ακύρωνα την έξοδο και θα έβγαινα μαζί του αρκεί να μου το ζητούσε εκείνη τη στιγμή…

Με ρώτησε αν είχα αποφασίσει θετικά σε κάτι που μου είχε ζητήσει επίμονα να κάνω για χάρη του για να είμαστε μαζί, ήταν κάτι παρεμβατικό στο σώμα μου, που δεν υπήρχε λόγος να το κάνω, και του είπα «όχι δεν θα το κάνω , γιατί δε σου αρέσω έτσι όπως είμαι;» και μου είπε, «τότε δεν έχουμε τίποτα άλλο να πούμε..»

Έκλεισα το τηλέφωνο, ξαναέβαλα τα κλάματα, η φίλη μου είπε ακριβώς αυτό που θα έλεγε η οποιαδήποτε φίλη «πέστου να πάει να γαμηθεί», πήραμε τα τσαντικά μας, τα κλειδιά μας, τα τσιγάρα μας και έξω από την πόρτα.

Η βραδιά ξεκίνησε με όλη τη παρέα σε ένα μαγαζί στο Πασαλιμάνι, χαλαρά, δεν είχα και πολλά λεφτά, μια φοιτητριούλα ήμουν τότε, παραγγείλαμε από ένα ποτό στο καθιστό και εγώ συνεχώς κοιτούσα το ρολόι, πότε θα περνούσε η ώρα να γυρνούσαμε σπίτι μας και να συνέχιζα το κλάμα.

Κάποια στιγμή έφτασε και ο Νίκος με ένα φίλο του, έφτιαξε λίγο η διάθεσή μου και αρχίσαμε τα αστεία.

Όλη η παρέα, γελούσε και ο Νίκος με κοιτούσε χαρούμενος.

Κάποια στιγμή είπε «ήρθε η ώρα να σου δώσω το δώρο σου», και έβγαλε από τη τσέπη του ένα τετράγωνο κουτί από κοσμηματοπωλείο, το κοίταξα απορημένη και ανοίγοντάς το έμεινα κάγκελο.. ήταν ένα χρυσό δακτυλίδι με ένα μαργαριτάρι επάνω..

Ήταν πολύ ακριβό για μένα, ποτέ δεν μου είχαν κάνει τέτοιο δώρο, άντε ένα κολιέ ασημένιο ή ένα βραχιόλι, αλλά χρυσό δακτυλίδι σφυρίλατο και πλατύ πλατύ.. ποτέ!!!

Τον ευχαρίστησα φιλώντας τον σταυρωτά στα μάγουλα, και μετά επανέλαβα το ίδιο και στον φίλο του, σκέφτηκα από μέσα μου «γιατί να μην μου το κάνει αυτό και ο άλλος» με έπιασε θλίψη και είπα στην παρέα ότι ήταν ώρα να την κάνουμε…

Ο ΄Νίκος όμως είχε διαφορετική άποψη, μας είπε ότι θα ήθελε να μας πάει για ένα ποτό ολη την παρέα σε ένα μαγαζί εκεί κοντά να ακούσουμε λίγη ακόμα μουσική, ήταν αρκετά νωρίς για Παρασκευή βράδυ να τελειώσει έτσι απότομα.

Αν και δεν ήθελα, οι υπόλοιποι της παρέας με έπεισαν να πάμε, οπότε τσούπ βρεθήκαμε εκεί, «ένα ποτό θα πιώ και φεύγουμε» σκέφτηκα, «γιατί να μου το κάνει αυτό» σκέφτηκα, έβαλε ένα ζειμπέκικο ο ντιτζέις, ήπια μια γουλιά ξεγυρισμένη και έριξα μια γυροβολιά.

Σαν τους υποτακτικούς γονάτισαν όλοι και χτυπούσαν παλαμάκια στον χορό, εγώ γυρνούσα και χτυπιόμουν εκει πέρα, τραγουδούσα τους στίχους με νόημα, μετά ο ντιτζέις έβαλε ένα άλλο άσμα   της Βίσση, τσιφτετελέ, χορεύαμε οι τσούπρες, γελούσαν οι καβαλιέροι, πέρασε μια ώρα, πέρασαν δυό, έφευγε ο κόσμος από το μαγαζί και στο τέλος μείναμε εμείς οι 5 ο ντιτζέις και οι ποταδόροι (μπάρμεν κοινώς), εε και κάποιοι άλλοι που είχαν γίνει ντίρλα και μάλλον δεν ήξεραν, εκτός από πού πάνε τα τέσσερα, που είχαν βάλει και τα κλειδιά τους.

Ο Νίκος σηκώθηκε από τη θέση του δίπλα μου, με ρώτησε γιατί ήμουν σήμερα τόσο σκεφτική, του είπα ότι είχα ένα δικό μου πρόβλημα, ξανασκέφτηκα τον άλλο (γιατί να μου το κάνει αυτό;;), σηκώθηκα και εγώ και πήρα τον αναπτήρα να ανάψω το τσιγάρο μου.

Εκείνος, φώναξε τον ντιτζέι, του ψιθύρισε κατι στο αυτί, εγώ ξαναέκατσα στην ψηλή καρέκλα του μπάρ, με το ένα χέρι να κρατά τον αναπτήρα και με το άλλο έβαλα το τσιγάρο στο στόμα.

Τότε η μουσική από το τραγούδι που μόλις είχε βάλει ο ντιτζείς χαμήλωσε, και άρχισε ένα άλλο τραγούδι… Ήταν τα βεγγαλικά σου μάτια, του Νταλάρα…..

«Αναψαν όλα τα φώτα…» οι προβολείς του μαγαζιού άναψαν πάνω μου…

¨»Και έδωσα παράσταση…» ο Νίκος με πλησίασε…

«Σαν πεθάνει η αγάπη» έλεγε ο Νταλάρας… «δε γνωρίζει Ανάσταση…» έλεγε ο Νίκος….

Εγώ παρεμπιπτόντως είχα μείνει με το τσιγάρο στο στόμα και τον αναπτήρα στο χέρι και τον κοιτούσα, ενώ η φίλη μου από πίσω μου τραβούσε το πουκάμισο και μου τσιμπούσε τη πλάτη.

«Τα βεγγαλικά σου μάτια, φέγγουν σαν τον Βόσπορο» και τα λοιπά και τα λοιπά… μου τραγουδούσε ο Νίκος παίρνοντας τον αναπτήρα από το χέρι και το τσιγάρο από το στόμα, με απαλές κινήσεις, απομακρύνοντας μια τούφα μαλλί από το μάτι μου, για να βλέπω καλύτερα αυτό το θέαμα που δεν είχα ξαναματαδεί στη ζωή μου (και ούτε πρόκειται να ξαναδώ),  χαιδεύντας το μάγουλό μου με την ανάποδη του χεριού του.

Σκεφτόμουν εγώ «πού είσαι μάνα να με δείς τώρα που είμαι λοκατζής!!», η φίλη μου είχε κάνει 7 μελανιές από τις τσιμπιές στη πλάτη και η αδελφή μου με κοιτούσε με θαυμασμό.

Και εκεί που λέει ο τραγουδιστής, «είμαι πια εγκλωβισμένος, στο άρωμα σου στο όνομά σου», και στα ρέστα, έρχεται κοντά μου, πολύύύύύ  κοντά μου, σκύβει (καθώς ψηλός αν και εγώ καθόμουν  στην ψηλή καρέκλα του μπάρ) και μου αφήνει ένα γλυκό φιλί στα χείλη….

Οι προβολείς σβήνουν πέφτει χειροκρότημα, η φίλη έχει πάει στην άλλη άκρη του μπάρ και χτυπιέται (μαλάκα δε το πιστεύω αυτό που ζείς, φώναζε, ενώ αν γινόταν τώρα αυτό θα λέγαμε το κλασικό «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ») και εγώ έχω ξεχάσει πώς με λένε, από πού ήρθα και πούθε πάω!!!

Αχχχχχ αυτό το φιλί..

Ηταν σα να βλέπεις τις αμερικάνικες ταινίες με τα χάπι έντ, που όταν φιλιούνται πέφτει η μουσική υπόκρουση και εσένα σου μένει ο αναστεναγμός, μόνο που εγώ ήμουν η Αμερικάνα πρωταγωνίστρια!!!

Ηταν ένα απαλό άγγιγμα των χειλιών του, πώς κάνουμε στα παιδιά στο μέτωπο να δούμε αν έχουν πυρετό;;

Ήταν ότι δεν είχα φανταστεί στη ζωή μου ως ερωτικό, πώς γίνεται κάτι τόσο απλό και στιγμιαίο, χωρίς καμία χυδαιότητα να με ανεβάσει στον ουρανό;

..Και μετά από αυτό το ευχάριστο διάλλειμα, πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση μου, μάζεψε τα πράγματα μου, ευχαρίστησε τον ντιτζέι και τους υπόλοιπους, που προφανώς τους ήξερε, και κατευθυνθήκαμε προς την έξοδο.

Εγώ δε θυμάμαι να είχα πεί τίποτα.. είχα μείνει … μαλάκας που λέμε, μας πήγε στο σπίτι, μας καληνύχτισε και σκύβοντας με φίλησε στο μέτωπο (μάλλον θα ήθελε να δεί αν είχα πυρετό).

«Και τώρα;; τι ;; τα φτιάξατε;;;» με ρώτησε αδελφή και φίλη..

«Ξέρω και γώ;;» απάντησα, έπρεπε να ξανασκεφτώ την όλη φάση να το εμπεδώσω και να καταλάβω τι είχε συμβεί..

Αχχχ, αυτό όμως το φιλί, δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου, μου είχε δώσει τόση δύναμη, που αν μου έβαζες νέφτι στο πισινό θα πήγαινα μέχρι τον Άρη και ακόμα παραπέρα!!!

Το μοναδικό φιλί της απόλυτης αγάπης, αυτό ήταν.

«γιατί να μου το κάνει εμένα αυτό… ο .. πώς τον είπαμε;;;;»

…συνεχίζεται….

ΤΟ ΧΑΔΙ.. (ιστορία μου αμαρτία μου μέρος δεύτερο)

..3 μήνες είχαν περάσει και  ο θαυμασμός δεν είχε καταλαγιάσει στην καρδιά του Νίκου.  Με κοιτούσε σαν να είχε μόλις ανακαλύψει τη φωτιά!!

Τα κομπλιμέντα δεν είχαν τελειωμό και κάθε φορά ήταν όλο και πιο πρωτότυπα. Εγώ από την άλλη νόμιζα ότι ήμουν η μόνη όμορφη, έξυπνη και μοναδική γυναίκα στον κόσμο.  Είχα τέτοια μεγάλη θετική ενέργεια που άρχιζα και είχα διορατικές ικανότητες , όπως να βλέπω προφητικά όνειρα και να του λέω πράγματα στα ξαφνικά που μετά από λίγο γίνονταν αληθινά!!  Εκείνος με κοιτούσε με θαυμασμό και με αποκαλούσε «μικρή μου μαγισσούλα».

Του συμβαίναν διάφορα ανεξήγητα πράγματα, όπως, ενώ ήταν αλλεργικός στα γατιά, δεν τον ενοχλούσε καθόλου ο γάτος μου, πιστός φύλακας μου και καλός συγκάτοικος, ακόμα και όταν εκείνος πήγαινε πάνω στα πόδια του και κοιμόταν.  Το θεωρούσε εντελώς τρελό , αν και πάντα είχε μαζί του αντισταμινικό, κάτι που ποτέ δεν χρειάστηκε όμως.

Σε όλο αυτό το διάστημα δεν μου είχε ακουμπήσει ούτε το χέρι!!!!  Όλο κουβέντες και λόγια ανταλλάζαμε ενώ οι έξοδοί μας ήταν πάντα με φίλους του και κάθε φορά διαφορετικούς, που είχα χάσει και εγώ το μέτρημα.

Κάθε φορά έφερνε και από μια παρέα μαζί του, και όταν εκείνοι άνοιγαν μια συζήτηση και έπαιρνα μέρος, εκείνος καθόταν σχεδόν από πίσω τους άκουγε προσεκτικά γυρνώντας το κεφάλι πότε στον έναν ομιλητή και πότε στον άλλον και στο τέλος σε μένα που έπαιρνα τον λόγο, γουρλώνοντας τα μάτια, περιμένοντας να ακούσει τι θα έλεγα.

Και πάντα όταν τελείωνα την κουβέντα μου, αισθάνοντας 4 ή 8 ή 12 μάτια να με κοιτούν σχεδόν σαν να έδειχνα μια δύσκολη χειρουργική επέμβαση εγκεφάλου, έπαιρνε ένα βλέμμα ικανοποίησης, πώς όταν έχεις μέρες να χέσεις και ξαφνικά ανακουφίζεσαι και παίρνεις αυτό το βλέμμα ικανοποίησης και μισοκλείνεις τα μάτια αφήνοντας και ένα μικρό αναστεναγμό;; εε κάπως έτσι με κοιτούσε..

Πάντα λοιπόν όποτε βγαίναμε, παίρναμε και άλλους σαράνταδώδεκα μαζί, κάτι σαν φιλοσοφικό παρεάκι ένα πράγμα, οπότε και εγώ έλεγα από μέσα μου, ή ότι είναι γκέι, ή ότι απλά θέλει να κάνουμε παρέα.

Σε αυτό το μεσοδιάστημα εγώ και ο τότε μέλλοντας και τώρα νύν σύζυγος, τα είχαμε τσουγκρίσει για τα καλά, και είχα πάρει απόφαση ότι είχαμε τελειώσει την κοινή μας ιστορία, οπότε και δεν αισθανόμουν καθόλου τύψεις που έβγαινα με τον Νίκο και τους 213 του φίλους, και από τους πολλούς που είχα γνωρίσει μου είχε αρέσει ενας φίλος του ψηλός επίσης με μακριά μαύρα μαλλιά, έτσι λίγο αλητάκος στο στιλ και με υφάκι «κακού παιδιού».

Κάποια φορά, και ενώ είχαμε κανονίσει να βρεθούμε στο Σταυρό του Νότου με τη κλασική παρέα, ξέροντας ότι θα είναι και ο φίλος , αυτός ο μαλλιάς, είχα σκάσει μύτη φορώντας μια μίνι μαύρη φούστα, με ψηλές μαύρες κάλτσες μέχρι λίγο πάνω από το γόνατο, δικτυωτό καλσόν από κάτω και παπούτσια ψηλοτάκουνα που έδεναν με λουράκι στο πλάι, ειχα πιάσει τα μαλλιά μου πίσω σε αλογοουρά βάζοντας ένα κιλό ζελέ, λες και με είχε γλύψει η αγελάδα, είχα βαφτεί έντονα με κόκκινο κραγιόν μαύρο μολύβι στα μάτια κάνοντας σχήμα αλά Κλεοπάτρα , και για επιδόρπιο, είχα φορέσει μια σί θρού μάυρη μπλούζα από οργάντζα με το μαύρο σατέν σουτιέν από μέσα…

Όταν μπήκα στο μαγαζί, κοίταξα δεξιά αριστερά ψάχνοντας τη παρέα και την εντόπισα αμέσως, αφου βασικά εγώ έψαχνα τον ψηλό μαλλιά φίλο του Νίκου και κατευθύνθηκα προς το μέρος τους κοιτάζοντας τον φίλο μαλλιά που με κοιτούσε απορημένα και λίγο λιγουριασμένα καταλαβαίνοντας ότι δεν με είχε γνωρίσει αρχικά..

Με το που πλησίασα σε απόσταση 1νος μέτρου με κατάλαβε εντέλει, έσκασε ένα χαμόγελο, και πιάνοντάς με από τη μέση με σήκωσε ψηλά φωνάζοντας «καλώς την»!!!

Τότε ο Νίκος γυρίζοντας προς εμένα, αφού δεν είχε καταλάβει ότι είχα πλησιάσει, γιατί ούτε και εκείνος με είχε γνωρίσει με κοίταξε απορημένα, με λίγο μισάνοιχτο στόμα, κάνοντας μια αργή αξονική εξέταση από τη κορφή μέχρι τα νύχια!!!

Ο φίλος του Νίκου, που λές, με είχε πιάσει από τη μέση και μου έλεγε διάφορες μαλακίες, τις μισές άκουγα τις άλλες δεν τις καταλάβαινα από την δυνατή μουσική και από το ότι μπουρδούκλωνε τη γλώσσα του από τα πολλά ποτά που είχε πιεί.  Εγώ γελούσα του μιλούσα και κοιτούσα τον Νίκο που με κοιτούσε σα τη γάτα το ποντίκι..

Και εκεί που το κέφι φούντωνε στο μαγαζί, είχαμε γίνει όλοι μια παρέα, τραγουδούσαμε όλοι μαζί και κερνάγαμε μπύρες ο ένας τον άλλον, άντε και κανένα σφινάκι, ο Νίκος λέει στη παρέα, «παιδιά πρέπει να γυρίσω σπίτι τη μικρή δεσποινίς»!!!

Πρίν προλάβω να πώ το οτιδήποτε, είχε αρπάξει τη ζακέτα μου, τη τσάντα μου, τη μπύρα από τα χέρια μου, χαιρέτησε τη παρέα με συνοπτικές διαδικασίες μου άρπαξε το χέρι και σχεδόν τραβώντας με βρεθήκαμε στην έξοδο του μαγαζιού.

Μόνο όταν βγήκαμε έξω, μου άφησε το χέρι, σχεδόν λες και τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα, με κοίταξε στα μάτια, πότε στο ένα και πότε στο άλλο, πήρε ένα βλέμμα σαν χαρούμενη αγελάδα, άπλωσε πάλι το χέρι του, έπιασε το δικό μου και το έφερε σιγά σιγά πάνω στον θώρακά του, στο μέρος της καρδιάς, κάνοντας ένα βήμα πιο κοντά μου, αλλά σε απόσταση, ίση με αυτή που έχει ο αγκώνας με το τιμόνι του αμαξιού όταν οδηγάς.

Η καρδιά του χτυπούσε σα τρελή!!

Και έτσι όπως ήταν το χέρι του πάνω από το δικό μου, πάνω από την καρδιά του, μου χάιδεψε την πάνω μεριά της παλάμης με τον αντίχειρά του…

Αχχ αυτό το χάδι….

Δε θυμόμουν ποτέ να με έχουν χαιδέψει έτσι, στοργικά αλλά τόσο ερωτικά.. προστατευτικά και αγνά….

Και εγώ… είχα μείνει στήλη άλατος, κοιτάζοντας τον μια στα μάτια και μία στο χέρι του που χάιδευε το δικό μου..

Και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ότι δεν ήθελα να χάσω αυτό το χάδι από τη ζωή μου..

.. αντε και λίγο τον μαλλιά που είχα αφήσει μέσα στο μαγαζί να πίνει μπίρες..

…συνεχίζεται….

Ο ΘΑΥΜΑΣΜΟΣ…. (ιστορία μου αμαρτία μου μέρος πρώτο)

Ήταν ένα καλοκαιρινό βράδυ σε ένα ασφυκτικά γεμάτο κλάμπ κάπου στην παραλιακή.

Δεν ήθελα να βγώ εκείνη την νύκτα, βαριόμουν αφόρητα, μου είχε πρήξει και τα αρχίδια ο τότε μέλλοντας άντρας με τις υπερβολικές απαιτήσεις του, και μου είχε χαλάσει η διάθεση εντελώς.  Με παρακάλεσε η αδελφή μου να βγούμε με την παρέα της για να μην είναι μόνη.

Φόρεσα μια ολόσωμη πρασινομπλέ φόρμα μου έδενε πίσω από το λαιμό και είχε ένα αρκετά προκλητικό ντεκολτέ, εε είχα και 18 κιλάκια λιγότερα, έλουσα τα μαλλιά μου και τα άφησα να στεγνώσουν μόνα τους, σπαστά όπως ήταν και ξανθά δεν ήθελα και τίποτα το ιδιαίτερο, λίγο κραγιόν το αγαπημένο μου άρωμα κλινίκ χάπι, όχι το ορίτζιναλ, γιατί φράγκα δεν υπήρχαν, το αγόραζα με 600 δραχμές από ένα μαγαζί στην ερμού, και ξεκινήσαμε με την αδελφή μου για την βραδινή μας έξοδο.

Φτάσαμε στο κλάμπ, διασχίσαμε όλη τη σάλα και πήγαμε να κάτσουμε εκεί που μας περίμενε όλη η παρέα της αδελφής μου.

…Και περνούσε η ώρα και η αδελφή μου γινόταν ντίρλα.. και βαριόμουν εγώ και κοιτούσα το ρολόι να φύγουμε… και έφευγε ενας ένας τα παιδιά της παρέας της αδελφής μου μέχρι που έμεινε ένας μαντράχαλος η αδελφή μου και εγώ..

Η αδελφή μου άρχισε να ερωτοτροπεί με τον μαντραχαλά στην μια άκρη του τραπεζιού και εγώ καθόμουν στην άλλη άκρη κοιτώντας το πλήθος στη σάλα του μαγαζιού να χορεύει και να διασκεδάζει.

Ώσπου η ματιά μου πέφτει σε μια παρέα από 3 άντρες γύρω στα 30, και σε έναν εκ των τριών που μόλις τα βλέμματα μας συναντήθηκαν έσκασε ένα χαμόγελο πλατύ μέχρι τα αυτιά και τα μάτια του λαμπύρισαν πίσω από τα γυαλιά που φορούσε.

Μόλις το είδα αυτό το θέαμα, μου ήταν τόσο αστείο, αυτό το ξαφνικό πλατύ χαμόγελο, που χαμογέλασα αυθόρμητα και γύρισα το βλέμμα μου από την άλλη μεριά, αισθανόμενη λίγο λίγο τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν από μια ψιλοντροπή, αλλά και από μια επιθυμία να γυρίσω να κοιτάξω γρήγορα γρήγορα προς τη μεριά της παρέας των τριών, από περιέργεια να δώ καλύτερα τον θαυμαστή μου, αλλά και να σιγουρευτώ ότι εμένα κοιτούσε και όχι κανέναν άλλο..

Έτσι γύρισα προς το μέρος τους, αφού μέτρησα μέχρι το 10 από μέσα μου, για να μη δείξω ότι ήμουν και κανένα λιγούρι, μόνο για να ανακαλύψω ότι όντως είχα θαυμαστή, και ότι το χαμογελαστό του πρόσωπο περίμενε καρτερικά να ξανακοιτάξω προς το μέρος του, αλλά αυτή τη φορά είχε βγάλει τα γυαλιά του και τα κρατούσε νευρικά στα χέρια του.

Τον κοίταξα χαμογελώντας για άλλα δέκα δευτερόλεπτα πρίν γυρίσω πάλι το βλέμμα μου σε άλλη κατεύθυνση, ξέρεις έτσι με ύφος μπλαζέ, κουνώντας το κεφάλι μου με το ρυθμό του τραγουδιού και κάνοντας στην άκρη μια τούφα από τα μαλλιά μου που είχε πέσει στα μάτια μου.

Η αδελφή μου είχε πιάσει δουλειά κανονικά, το μπαλαμούτι πήγαινε σύννεφο και εγώ ξανακοίταξα προς τη μεριά του θαυμαστή μου, στρέφοντας το βλέμμα μου αργά αργά απολαμβάνοντας ένα σούπερ τραγούδι που πήγαινε τρέλα με την περίσταση, το 60 seconds.

Εκείνος μόλις διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας μου έκανε νόημα να πάω προς τη μεριά τους χαμογελώντας και εγώ του κούνησα το δάκτυλο δεξιά αριστερά με πονηρό χαμόγελο, στρέφοντας και πάλι το βλέμμα μου αλλού, ανεμίζοντας λίγο το μαλλί σα τη Βουγιουκλάκη.

Μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα σηκώθηκα από την καρέκλα μου, τάχα μου να πάρω τη φωτιά από το τραπέζι που ήταν λίγο πιο πέρα από μένα, ενώ ήθελα να δείξω την ολόσωμη φόρμα που φορούσα με το βαθύ ντεκολτέ.

Άναψα το τσιγάρο μου κοιτώντας τον και σχεδόν κατευθείαν, εκείνος μου έκανε νόημα ρωτώντας με τα χέρια του αν μπορούσε να έρθει εκείνος σε μένα.

Χαμογέλασα ξανά, με έπιασε μια τρεμούλα από την αγωνία, γύρισα για κλάσματα του δευτερολέπτου το κεφάλι μου προς την αδελφή μου, που είχε εντρυφήσει στην στοματική κοιλότητα του μαντραχαλά, και  ξαναγυρνώντας προς τη μεριά του, κοιτάζοντάς τον να περιμένει με τα μάτια του διάπλατα, του κούνησα τους ώμους πάνω κάτω.

Τον είδα τότε να περνά την παρέα του, την σάλα, μερικά τραπέζια πιο πέρα να ανεβαίνει τα σκαλιά, πρόσεξα ότι φορούσε ένα τζίν μπλέ ήταν αρκετά ψηλός για μένα, είχε ωραία χέρια και δάκτυλα, και ωραίο περπάτημα…

Ήρθε προς εμένα, χαμογελώντας και κρατώντας ένα ποτήρι με ποτό.

«Γειά χαρά, Νίκος»

υπέροχη φωνή!!!!! ωραίο χαμόγελο ίσια δόντια, η μύτη του ήταν λίγο μεγάλη αλλά πήγαινε τέλεια με το μεγάλο κεφάλι του, βασικά λόγω του ύψους του, μου φάινονταν όλα μεγάλα αλλά ωραία!!!

Συστήθηκα ένοιωσα να με περνάει με ακτίνες χ ενώ είχε κυριολεκτικά κρεμαστεί από το χαμόγελό μου.

Άχχχ τι ωραία που είχα νοιώσει…

Αυτός ο άνθρωπος με θαύμαζε!!!

Και αυτός ο θαυμασμός με είχε ανεβάσει στον ουρανό….

…… συνεχίζεται….