Απο πάππου προς πάππου….

Ο παππούς μου, προέρχεται από παλιά αριστοκρατική οικογένεια, και , όσον ήταν μικρός πριν τον πόλεμο του ’40, είχε ευπρεπή οικονομική επιφάνεια και άνεση.. κοινώς έρρεαν τα φράγκα από τα μπατζάκια του, χάριν στον πατέρα του, μεγάλο εργολάβο και επιχειρηματία από μικρασιατικές ρίζες, ο οποίος κληρονόμησε το χάρισμα του από τον πατέρα του, με μάλλον αιγυπτιακές ή αραβικές ρίζες,  καθώς, όπως λέει ο παππούς τον έλεγαν μαύρο και τον επέλεγαν για τις δουλειές τους, στις εργολαβίες.  Εκτός από εργολάβος, ο παππούς του προπάππου, είχε και αλιευτικά πλοιάρια και ήταν πολύ καλός ναυτικός.  Για το ότι είχε αραβικές ή αφρικανικές ρίζες, είμαι απόλυτα σίγουρη, καθώς η θεία μου και αδελφή της μαμάς μου έχει αφάνα μαλλί σγουρό αράπικο και χείλια σα να την έχει φιλήσει δηλητηριώδη τσούχτρα, σε αντίθεση με τη μαμά μου που είναι ξανθιά και ανοιχτόχρωμη. Τα δε μάτια της θείας μου είναι μπλε, όπως και του παππού μου, ο οποίος επίσης είναι μελαμψός με σγουρό μαλλί, όπως του πατέρα του και πάει λέγοντας…

Η γιαγιά μου η συγχωρεμένη, ήταν ξανθιά με πράσινα μάτια με καταγωγή από το Αίγιο, ορφάνεψε από μάνα πολύ μικρή και ο πατέρας της, καπετάνιος στο επάγγελμα, όταν ξέσπασε ο πόλεμος του ’40 την έκανε τσίου λίου αφήνοντας τη κόρη του μόνη και απροστάτευτη να παλεύει να ζήσει στην αρχή με τη γιαγιά της, μάνα της συγχωρεμένης γυναίκας του, και μετά τον θάνατο της γιαγιάς ο Θεός μόνο τη βοηθούσε…   Οι ρίζες των προγόνων της πρέπει να κρατούσαν από Ιταλία, καθώς κατά καιρούς άκουγα για θείους στο Τορίνο αλλά και η γιαγιά μου η ίδια ομιλούσε την ιταλική σε κάθε ευκαιρία… «γιαγιά τη φαγητό θα φάμε; Παστασούτ!!» έλεγε η γιαγιά.  Νευρίαζε με το μπακάλη η γιαγιά.. «κορνούτο…» του έλεγε…

Ο παππούς και η γιαγιά γνωρίστηκαν στην Πάτρα, η γιαγιά έραβε κάτω από το μπαλκόνι μέσα στα λελουδικά του σπιτιού του θείου της όπου έμενε και.. την είχαν παραδουλεύτρα για να βγάζει το ψωμί που έτρωγε, οικογένεια με αριστοκρατικές ρίζες, με ασήμια και μπακίρια, που η γιαγιά τα γυάλιζε κάθε τόσο, με σκάλες και μεγάλα παράθυρα, που της έβγαινε το λάδι να τα καθαρίζει, με βελούδινες μπλε κουρτίνες, από τις οποίες, είχε πάρει 2 πήχες, για να φτιάξει αργότερα ένα φόρεμα στη μάνα μου.

Πολύ σύντομα, έμειναν μαζί, η γιαγιά ήθελε να φύγει από υπηρέτρια που ήταν, και ο παππούς ήθελε να …. να…  ε τέλος πάντων οι καιροί ήταν δύσκολοι για να προσλαμβάνει υπηρέτριες!!!

Εε ήταν και λίγο μπερμπάντης, και η γιαγιά δεν τον άφηνε μόνο του για να μη κάνει κουτσουκέλες!!! Ο παππούς, από την μεγάλη του περιουσία δεν πήρε τίποτα, καθώς η αδελφή του πατέρα του φέρθηκε πολύ πιο έξυπνα και πονηρά, ειδοποιώντας όλη τη περιουσία και δηλώνοντας στην αστυνομία κατά τον θάνατο του πατέρα του και της μητριάς του αργότερα, ότι δεν υπήρχαν παιδιά να κληρονομήσουν… αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…

Ο παππούς που είχε μάθει να σκορπάει και να τρώει τα λεφτά φρέσκα σα τα ψάρια, όπως έλεγε, μάλωνε με τη γιαγιά που είχε μάθει πάντα να κάνει οικονομία για μια ώρα ανάγκης και να κρατάει κομπόδεμα, πότε για τη προίκα των θυγατέρων της και αργότερα για τα εγγόνια της, εμάς.

Θυμάμαι πάρα πολύ συχνά, όχι να μαλώνουν, αλλά τη γιαγιά μου φουρτουνιασμένη, να μου λέει «παιδί μου να σπουδάσεις να βρεις μια δουλειά να μην έχεις κανένα άντρα ανάγκη!!»

Ο μπαμπάς μου, προερχόταν από φτωχή οικογένεια με 4 αδέλφια, που αν δε προλάβαινε να πεθάνει ο πατέρας του από καρκίνο σίγουρα θα έκανε και άλλα τόσα κουτσούβελα, μένανε δε, σε ένα ορεινό χωριό στους πρόποδες του Ψηλορείτη με πολλές στερήσεις  που, με το θάνατο του πατέρα έγιναν περισσότερες και ανάγκασαν τον μπαμπά μου να φύγει σε ηλικία 12 ετών στην Αθήνα, να δουλέψει για να θρέφει την υπόλοιπη οικογένεια, αφού ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός.  Αυτή η ανάγκη, ανάγκασε και τη μάνα του να παντρέψει την μικρή της κόρη σε ηλικία 14 ετών με ένα παπά που, κάθε άλλο παρά του Θεού ήταν, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία….

Ο μπαμπάς και η μαμά παντρεύτηκαν με προξενιό.  Η γιαγιά θεωρούσε καλό το γεγονός ότι ο γαμπρός της ήταν ολίγον σφιχτοκώλης, και ο παππούς πίστευε ότι επειδή ο  γαμπρός του δεν έβγαινε έξω στα καφενεία και τις ταβέρνες και δεν είχε πολλούς φίλους, θα αφοσιωνόταν στην οικογένειά του και θα προσέφερε τα πάντα εκεί.

Ο μπαμπάς και η μαμά, είναι σαν τον παππού και τη γιαγιά σε αντιστροφή ρόλων.  Ο μπαμπάς, προσπαθεί να βγάλει και από τη μύγα ξύγκι που λέμε, και η μαμά τρελαίνεται να σκορπάει τα λεφτά για τους δικούς της ανθρώπους, γιαυτό και ο μπαμπάς δεν της δίνει φράγκο!!!

Θυμάμαι τη μαμά να μου λέει να βρω μια δουλειά να μην έχω κανέναν άντρα ανάγκη, αλλά όταν της έλεγα ότι ήθελα να βγω έξω, μου έλεγε, όταν θα αρραβωνιαστείς να βγαίνεις με τον αρραβωνιαστικό σου….

Θυμάμαι τη γιαγιά να μου λέει να μαζεύω λεφτά για να μην ζητιανεύω και να κρέμομαι από το σώβρακο του άντρα…

Θυμάμαι τη μαμά να μου λέει να κρατάω τα λεφτά μου για να πηγαίνω ταξίδια και να κάνω ότι μου αρέσει χωρίς να ζητάω την έγκριση του άντρα….

Και τελικά, το κατάφερα!!!!

Σπούδασα, βρήκα δουλειά, βγάζω λεφτά, και δεν ζητάω την έγκριση κανενός, για να πηγαίνω όπου θέλω και να παίρνω αυτά που θέλω για μένα και για αυτούς που αγαπάω..

Παρόλα αυτά… έχω έναν άντρα….

Ρε μάνα, ρε γιαγιά…. Γιατί στο καλό θα έπρεπε το παραμύθι να έχει και κακιά στριμμένη κακιασμένη μάγισσα;;;;

 

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη…

Άγιε μου Βασίλη, τώρα που έρχονται τα χριστούγεννα, έχω κάτι λίγα πράγματα που έχω βάλει στη λίστα μου…

Θα σε παρακαλούσα πάρα πολύ, να μην ξεχάσεις να επισκεφθείς τη μικρή μας φωλίτσα, θα την βρείς πολύ εύκολα εξάλλου, γιατί όλα τα κουλά εδώ συμβαίνουν!!

Πρώτα από όλα θα το ξεχωρίσεις το σπίτι μας, από το καθημερινό παιχνίδι των πατζουρίων…

Ναι ναι!! Κάθε μέρα εγώ και ο άντρας παίζουμε με τα πατζούρια, εγώ τα ανοίγω και εκείνος τα κλείνει…. Εγώ φωνάζω να μπεί φώς στο σπίτι και εκείνος φωνάζει  ότι δε θέλει να μας βλέπουν οι γείτονες….

Τώρα θα μου πείς ότι είμαι υπερβολική και κακιά, που εναντιώνομαι στο στεφάνι μου, γιατί δε ζητά και τίποτα παράλογο, και θα μπορούσα να συμφωνήσω μαζί σου αν δεν είχα για γείτονες κότες κατσίκες γουρούνια και λοιπά ζώα!!

Οι γείτονες μας, για να μας δούν θα πρέπει να βάλουν το τηλεσκόπιο πέρα από το ηλιακό μας σύστημα!!!  Τόσο κοντά είμαστε με τους πιο κοντινούς γείτονες…

Επίσης θα προσέξεις πολλές λεφτιές φυτρωμένες ολόγυρα, γεμάτες λεφτά που κρέμονται από τα κλαδιά..

Αλλιώς δεν εξηγείται , η κουβέντα του «λεφτά υπάρχουν» κάθε φορά που του λέω κάνε οικονομία έχουμε έξοδα και εσύ δεν δουλεύεις….

Αφού πιστεύω ότι και ο ακατανόμαστος που έλεγε «λεφτά υπάρχουν» από αυτόν το πήρε..

Τώρα πώς γίνεται και εγώ δεν βλέπω φράγκο από αυτά τα «λεφτά υπάρχουν» αντιθέτως όλο το δικό μου πορτοφόλι είναι μείον, είναι ένα θέμα ανεξήγητο!!

Την ώρα που θα προσγειώνεσαι αγαπητέ μου Αγιε Βασίλη, θα προσέχεις, γιατί σύμφωνα με τα λεγόμενα του άντρα, εδώ είναι κατάντια!!! Όλα είναι κακά και άσχημα, οπισθοδρομικά και υποχθόνια!!! Ενώ στην Αθήνα που ζεί εκείνος (γιατί εκεί λεει ότι ζεί, άσχετα αν τον έχω κάθε μερα στο σπίτι ανεξήγητο επίσης, πως μπορεί να είναι σε 2 μέρη ταυτόχρονα..), όλα είναι υπέροχα!!!

Οι άνθρωποι ψάχνουν στα σκουπίδια για φαγητό, σφάζονται και τσακώνονται συνεχώς, πυροβολούνται, κάνουν ουρές στις εκκλησίες, όχι για κεράκι στην χάρη ενός Αγίου, αλλά για τα συσίτιτα, για ένα πιάτο φαγητό..

Ενώ εδώ καλέ μου Αγιε βασίλη, αν πεινάσει κάποιος, θα κόψει ένα πορτοκάλι και δε θα πεί τίποτα ο ιδιοκτήτης του χωραφιού, τι κακός άνθρωπος!!!

Κάθε μέρα όλοι εδώ στο χωριό λένε καλημέρα και ας μη σε ξέρουν, και θεωρούν αγένεια αν δε πείς και εσύ καλημέρα.. τς τς τς τς  τι κόσμος Θεέ μου!!!

Αμα δε πεθάνει κανείς, όλο το χωριό σύσωμο πηγαίνει στην εκκλησία και όλοι έχουν ένα καλό λόγο να πούν για τον άνθρωπο… Αχρείοι καλέ!!!!

Πιστεύω ότι θα το βρείς πολύ εύκολα το σπίτι..

Έξω από τη πόρτα γράφει το όνομά μου … ΜΑΛΑΚΑΣ!!! Με τρία θαυμαστικά, μη μπερδευτείς;;

Γιαυτό αγαπημένε μου Αγιε Βασίλη, σε παρακαλώ μη με ξεχάσεις φέτος και κάνε μου την ευχή μου πραγματικότητα…

Το μόνο που θέλω είναι….. λίγη αναιθσησία εκτός από τη μαλακία στον εγκέφαλο που με δέρνει..

Για να μπορέσω να αντέξω τον άντρα και αυτό τον χρόνο!!!

Για να μπορέσω να μη πώ «αντε στη μάνα σου άχρηστε κηφήνα»!!!

Και όλα αυτά για να μπορεί το παιδί μου να λεει, «μπαμπούλη μου πόσο σε αγαπώ»…

Σε ευχαριστώ εκ των προτέρων.

Υ.Γ. για να μη τα ξαναγράφω κάθε χρόνο, θυμήσου καλέ μου Αγιε Βασίλη να με επισκέφθεσαι μέχρι να μεγαλώσει το παιδί, και μετά ξέρω εγώ…..

Με αγάπη

….

Και αν δεν έχεις εσύ, θα έχει ο γείτονας….

Προχθές η γειτόνισσα Sarah, έπαθε κρίση υπογλυκαιμίας και παραλίγο να δεί τα ραδίκια ανάποδα, αν δεν προλάβαινε να πάει σε ενα καφενείο να παραγγείλει πορτοκαλάδα, να την καταλάβει ο καφεντζής τί ζητούσε για να την εξυπηρετήσει.

Ευτυχώς όλα καλά..
Το ίδιο βράδυ μου έστειλε μήνυμα ο άντρας της απο την Αγγλία, και με ενημέρωνε, κατα πρώτον οτι, ενώ είδα τον γιό τους Sean στη δουλειά, δεν με χαιρέτησε και δεν ήταν ευγενικό εκ μέρους του (!) και στο  τέλος του μηνύματος με ενημέρωσε οτι η Sarah δεν αισθανόταν καλά εκείνη την μέρα (?)…

Ζήτησα περισσότερες λεπτομέρειες για την υγεία της και ενημέρωσα τη μαμά μου για το περιστατικό..

Η μαμά μου, πήρε κατευθείαν μια σακούλα, άνοιξε το ψυγείο, που ήταν σχεδόν άδειο, πήρε 4 αυγά, 2 μήλα, γέμισε ενα κεσεδάκι ελιές που είχαμε φτιάξει εμείς, πήρε μια χούφτα καρύδια που είχε μαζέψει ο πατέρας μου, έβαλε 2 πακέτα κριθαράκι, πήρε ενα τσιγάρο και μου είπε ¨»πάμε απο εκεί»..

Μας άνοιξε η Sarah μας εξήγησε τί είχε πάθε, κρίση υπογλυκαιμίας, και σα να μην έφτανε αυτό, ενώ πήγε στη τράπεζα να σηκώσει χρήματα να πάει στο γιατρό, της είχαν μπλοκάρει τη κάρτα της…

Οπότε η Sarah, έμεινε χωρίς φράγκα, χωρίς γιατρό και χωρίς κανέναν να μπορεί να την βοηθήσει μέχρι να επιστρέψει ο άντρας της.

Η Sarah όμως δεν απελπίστηκε, και ας είχε ενα παιδί μαζί της που έπρεπε να φάει, και ας είχε και την υπογλυκαιμία της να προσέχει μη της έρθει κανένας νταμπλάς..

Στο ψυγείο είχε 4 αυγά, δύο για τον καθένα, για ενα γευμα..

Της δώσαμε τα πράγματα, καταχάρηκε, μας είπε οτι τώρα θα μπορούσαν να φάνε 2 γευματα, θα έτρωγε και τα καρύδια να δυναμώσει..

Την ίδια μέρα την κάλεσα για φαγητό, και όσο περίσσεψε το έβαλα σε τάπερ να το πάρει μαζί της, μακαρόνια με κρέας και ρύζι και σπανακόπιτα.

Εγώ θα τα έβαζα στο ψυγείο, ο άντρας δε τρώει χθεσινό φαγητό (είναι του σαλονιού βλέπεις τρομάρα μου), εγώ δε θα το έτρωγα την επόμενη γιατί θα ερχόμουν απο τη δουλειά κατάκοπη και θα έπινα ενα γάλα, οπότε στο τέλος θα τα πετούσα τα φαγητά..

Τελικά η Sarah, μπορεί να μη βρήκε λεφτά, αλλά βρήκε τρόφιμα, μπορεί να μη βρήκε γιατρό αλλά βρήκε τη νονά της μικρής μου να της πάρει το ζάχαρο, μπορεί να μην έχει κανέναν Αγγλο να τη βοηθήσει, αλλά έχει εμένα… τη μαμά μου.. τη κουμπάρα μου… έχει εμάς, τους Ελληνες!!

Τελικά μπορεί να μην είμαστε καθόλου ευγενείς, αλλά είμαστε άνθρωποι.

Θερμή παράκλιση, μεταβίβασε το μήνυμα!!!!

Μη χάνεις την ελπίδα, Ο Θεός δεν ξεχνάει κανέναν.

Όποιος ελπίζει…

6 χρόνια, εργασίας, έφαγα στη μάπα τη παραξενιά του κάθε συναδέλφου, έκαναν και εκείνοι υπομονή με την δική μου παραξενιά, και ο καιρός περνούσε ελπίζοντας..

6 χρόνια, έκανα χιλιάδες χιλιόμετρα πάνω κάτω, με το σμαρτάκι μου να το παίρνει ο αέρας να το λούζει η βροχή και αυτό γαιδούρι, παντός καιρού, που περνούσε ελπίζοντας…

6 χρόνια οι γονείς μου είχαν γίνει δεύτεροι γονείς στην κόρη μου, να κάθονται αντί εμένα, όταν αργούσα να γυρίσω απο τη δουλειά, στα σεμινάρια, στο κάθε τί, και εγώ ονειρευόμουν ελπίζοντας…

Παραμονή του Αγίου Δημητρίου, όλα αυτά τελείωσαν..

Αλλοι συνάδελφοι, άλλη περιοχή κοντά στο σπίτι μου, χωρίς χιλιόμετρα να γράφει το καντράν.

Είμαι χαρούμενη και ευγνώμων.

Μη πάψεις ποτέ να ελπίζεις για το γενικό καλό, ο Θεός δεν αφήνει.. κανέναν..